Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Starχιδισμός

This side up(?)

Βλέπω τηλεόραση· τοπικό κανάλι. Ένα ρεπορτάζ – ρεπορτάζ δρόμου. Έρευνα αγοράς. Έρευνα κοινής γνώμης· οι διαβάτες, ερωτώμενοι, συγκατανεύουν. Ο χριστουγεννιάτικος διάκοσμος της πόλης της Κέρκυρας είναι φτωχός, φτωχότερος και από τη φάτνη όπου ο θεάνθρωπος είδε το πρώτο φως του κόσμου – αυτός, «το φώς του κόσμου». Το γεγονός ότι τα υπάρχοντα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια δεν επαρκούν βλέπει το φώς της δημοσιότητας· αποκαλυπτική δημοσιογραφία. Αποκαλυπτική ως προς τις βλέψεις του νέου ιδιοκτήτη του μέσου· μεγαλομαγαζάτορα που προσδοκά να διευρύνει τον κύκλο εργασιών του, να επεκτείνει την επιχείρηση του· καταλαμβάνοντας τη θέση του δημάρχου. Από τον έως πρότινος συμπολιτευόμενο, ιδού τώρα, αντιπολίτευσις. Γιατί το αγοραστικό κοινό δεν δύναται να προσελκυθεί, να προβεί σε αγορές αν δεν… Αν η φωτορύπανση, η λάμψη η προερχόμενη από τα πρωτοχρονιάτικα πλαστικά αστέρια, εκτυφλωτική όσο και ψεύτικη, δεν θολώσει, έως ότου την κάνει να εκλείψει, εκείνη των αληθινών – μακρινά αυτά. Καθησυχαστική, καθώς επισκιάζει το αχανές του σύμπαντος, ικανή να χρίσει τη μικρότητα, την ασημαντότητα, την αύξηση της καταναλωτικής κίνησης, κέντρο του κόσμου.

Το κέντρο βάρους του κόσμου γέρνει. Τρέλα. Η εικόνα που παραθέτω προέρχεται από την είσοδο του ψυχιατρείου· εκεί τουλάχιστον ο διάκοσμος υπήρξε εμπνευσμένος· παραπέμπει στα αναθέματα στις εισόδους των αρχαίων Αθηναϊκών κτιρίων, σύμβολα καλής τύχης· γονιμότητας. Σύμβολα φαλλικά. Το μικρό αστέρι είναι το φύλλο συκής. Ίσως δε να πρόκειται για εγκατάσταση –στο χώρο επίσης λειτουργεί το Τμήμα Τεχνών Ήχου και Εικόνας του Ιονίου Πανεπιστημίου, όπου φοιτώ–· στα πρότυπα έργων της σύγχρονης καλλιτέχνιδος Εύα Χέσσε[1]. Εντάξει, χεστήκαμε κ’ η βάρκα γέρνει. Γείρετε λίγο το κεφάλι σας... Έτσι. Δείτε το λίγο ανάποδα. Κι ύστερα αναρωτιέται κανείς γιατί φορούν γραβάτες.

Από του τρεις μάγους έχουν σήμερα απομείνει μόνο τα δώρα· λέω πως θα υπέγραψαν συμβόλαιο αποκλειστικής συνεργασίας με εταιρεία εμπορίας ειδών κινητής τηλεφωνίας. Άλλοτε ακολούθησαν το άστρο της Βηθλεέμ, σήμερα θα προσανατολίζονταν με GPS. Σήμερα τα άστρα είναι άχρηστα, ο προσανατολισμός δεν χρειάζεται όταν δεν πηγαίνεις πουθενά. Έτσι και το μέλλον δεν μας χρειάζεται. Αφού περιορίστηκε στις «προβλέψεις» των μαθηματικών αλχημειών των οικονομικών επιτελείων· αφού υποβιβάστηκε σε έναν «χώρο» όπου θα εξώνεται η εξόφληση των υπερφορτωμένων πιστωτικών καρτών, των καταναλωτικών δανείων, όλων των οφειλών, πάντοτε ληξιπρόθεσμων, η όποια αξία έπαψε να του αναγνωρίζεται – αφού, ας μην το λησμονούμε, η μόνη «αξία» που αναγνωρίζεται πια είναι η χρηματική. Έστω και ως προδιαγεγραμμένο, προκαθορισμένο απορρίπτεται. Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες δεν κάνουν καν τον κόπο να «διαβάσουν» το μέλλον στα άστρα, όπως οι μάγοι εφέροντο να μαντεύουν την έλευση του σωτήρος καταγράφοντας την κίνηση των αστρικών σωμάτων. Το μέλλον πια, ως τέτοιο, απλά καταργείται.

Το μέλλον εξαφανίζεται μαζί με το φώς των αστεριών. Όχι, όμως, επειδή οι κοινωνίες δεν προνοούν γι’ αυτό, δεν επιδεικνύουν φρόνηση· επειδή τη στιγμή όπου διεξάγεται η σύνοδος της Κοπεγχάγης με την έκβαση της να μην προοιωνίζεται ιδιαιτέρως θετική, όπου είναι έκδηλος ο δισταγμός απέναντι στη λήψη ακόμη και στοιχειωδών μέτρων για την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής, αιτούνται ορισμένοι την κατασπατάληση ενέργειας για φωταψίες που θα «αναθερμάνουν την αγορά», θα ενθαρρύνουν τον καταναλωτισμό, ο οποίος ευθύνεται για την καταστροφή της φύσης. Όχι δεν είναι τόσο αυτό· δεν είναι μόνο που η μέριμνα, η πρόνοια για το μέλλον φτάνει μόλις στην παρακολούθηση του δελτίου πρόγνωσης του αυριανού καιρού από το STAR channel, όπου παρουσιάζει η Πετρούλα Κωστίδου· που κοιτάμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος – έκφραση ομολογουμένως κοινότυπη, έστω και αν είναι εδώ το δέντρο χριστουγεννιάτικο. Αλλά είναι που το παρόν σκορπίζεται, ξοδεύεται κατ’ αυτόν το γνωστό τρόπο· υπονομεύοντας έτσι την άρθρωση του προτάγματος για ένα καταξιωμένο μέλλον, ευτελίζεται, καθώς οι καταναλωτές, σαγηνευμένοι από τα φώτα των βιτρινών, προσελκύονται από αυτές, περιστρέφονται γύρω τους, όπως οι πλανεμένες νυχτοπεταλούδες που, συγχέοντας το τεχνητό φώς του λαμπτήρα πυρακτώσεως με εκείνο το φώς της σελήνης, περιδινούνται γύρω του λικνιζόμενες, έως ότου τίποτα πια να μη μένει από τα καψαλισμένα φτερά τους.

Τα φώτα των άστρων χάνονται από το στερέωμα. Το πέπλο από νέον, η θαμπή πάχνη από τα φώτα της πόλης τα αναμεμιγμένα με την αιθαλομίχλη· σκεπάζουν εκατομμύρια έτη φωτός. Η λάμψη από το παρελθόν. Η διανυόμενη απόσταση. Το αστέρι τον Χριστουγένων. Η ηλικία του σύμπαντος· μ.Χ. Αυτή η κηλίδωση του νυχτερινού ουρανού αποτελεί την τελευταία γραμμή άμυνας· μια κάποια αντιπυραυλική ασπίδα. Υποχρεωτική συσκότιση· η αμεριμνησία πρόκειται να τορπιλιστεί. Από την υπόμνηση του αχανούς του σύμπαντος. Από τα άστρα στην απελπισία. Η συγκάλυψη, ο καθησυχασμός προκρίνονται, ελλείψει μιας απάντησης· δεδομένης της αδυναμίας των σύγχρονων κοινωνιών να την εφεύρουν προσφεύγουμε στον Έντισον· ανάβουμε κεριά στη μνήμη του. Λάμπα 75άρα – λαμπρή ιδέα. Η θέα της μετατόπισης των αστρικών σωμάτων που θορυβεί, δηλώνοντας τη ροή του χρόνου, απαλείφεται. Τα χριστουγεννιάτικα αστέρια μένουν στάσιμα, ενίοτε δε ξεχασμένα, αφημένα στο ίδιο σημείο καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, για να σημάνουν την τελμάτωση του –σε περιαστικές περιοχές, όπου ο πετρωμένος χρόνος λαμβάνει τη μορφή του σκυροδέματος των άθλιων κτισμάτων–, ανάβοντας ολόφωτα –ειρωνεία!– εν όψει ακριβώς της έλευσης του νέου έτους. Ο «ουράνιος θόλος» χαμηλώνει· αντικαθίσταται από τον «ουρανό» ενός κρεβατιού εποχής. Κάτω από το διάκοσμο με τα καθηλωμένα, καρφιτσωμένα άστρα μπορούμε όλοι να εξακολουθήσουμε να κοιμόμαστε ήσυχοι.

The rolling people - You come back from the dead



[1] Της οποίας τα μεταμινιμαλιστικά γλυπτά αποτελούν, λένε, συμβολισμό του πέους.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Για ποιόν χτυπάει η καμπάνα


Λοιπόν οι νέοι μιλούν ακατάπαυστα στα κινητά τους τηλέφωνα. Οι νέοι στέλνουν γραπτά μηνύματα. Το διαφημιστικό μήνυμα έχει αυτούς, τους νέους, ως αποδέκτες: Σύσσωμοι όσοι φαίνεται πως επανδρώνουν μια στρατιωτική μονάδα άδουν και εκτελούν νούμερα του βαριετέ, εμπρός στα μάτια –τα, υπόψιν, πάντοτε κουρασμένα– του βαριεστημένου τηλεθεατή, όντας περιχαρείς, επειδή «έχουν σήμα». Αυτός, δηλαδή ο τηλεθεατής που ανήκει στο ηλικιακό γκρουπ 15-44, δεν έχει άλλη επιλογή από αυτήν του να αναγνωρίσει τον εαυτό του στα πρόσωπα όσων απαρτίζουν την εύθυμη συντροφιά. Η συνθήκη ταύτισης είναι πρόδηλη· και αυτός, όπως οι φαντάροι που είναι αναγκασμένοι να κάνουν τη θητεία τους παρά το γεγονός ότι δεν διατηρεί αυτή για τους ίδιους κανένα απολύτως νόημα, είναι μια καταφανής σπατάλη χρόνου –ο «απεριόριστός δωρεάν χρόνος ομιλίας» (σ.σ. τζάμπα) αποτελεί, προφανώς, την αναγκαία αντιστάθμιση–, αντιμετωπίζει την κοινωνία, ως «αναγκαίο κακό»· όντας υποχρεωμένος να υπομείνει την ύπαρξη των άλλων, αισθάνεται ότι κάνει «αγγαρεία». Το άτομο που εκδηλώνει τάσεις απόσχισης από την κοινωνία, είναι μοιραίο, μετεωρίζεται διαρκώς, παραδέρνει στην παραμεθόριο περιοχή, στη «γκρίζα ζώνη» ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία, λησμονώντας ότι είναι ως τέτοιο μόνο μέσα και χάρη στην κοινωνία. Όπως ο στρατός καταστέλλει κάθε ενδεχόμενη τάση αποσκίρτησης, αποθαρρύνει δια της απειλής της βίας την πιθανή έκφραση διαθέσεων ανεξαρτητοποίησης, διαφυλάττει τις διαφιλονικούμενες βραχονησίδες, το δίκτυο της κινητής τηλεφωνίας φαίνεται να είναι ότι έχει απομείνει, υποκαθιστώντας τον αποσαθρωμένο κοινωνικό ιστό, για να συνέχει την κοινωνία και να φρουρεί τα σύνορα της πραγματικότητας της. Γι’ αυτό μπορεί κανείς, καθώς περιφέρεται ολομόναχος, ως λιποτάκτης –deserter–, στην αχανή έρημο, να ελπίζει ότι θα τον ψάξουν, θα τον αναζητήσουν, επειδή, ακόμη και στα λαγκάδια, στα βουνά, στις πεδιάδες, «έχει σήμα». Μια κουκίδα στο ραντάρ. «Να δώσεις το στίγμα σου». Αλλά η συσκευές ηχοεντοπισμού δεν συλλαμβάνουν όλες τις συχνότητες· στη σιωπή του βυθού το σόναρ που συλλέγει το μελαγχολικό τραγούδι των φαλαινών αποδεικνύεται ανίσχυρο να τις αποτρέψει από το να εξοκείλουν. Οι κραυγές αγωνίας εκπέμπονται σε ασύλληπτες συχνότητες.

Κάτι μας διέφυγε. Αφηρημάδα… Στο Λονδίνο υπολογίζεται βάσει της στατιστικής ότι ετησίως 10.000 επιβάτες ταξί ξεχνούν τα κινητά τους στο αυτοκίνητο. Το πίσω κάθισμα του οχήματος, το «πίσω μέρος» του μυαλού. Ο Φρόυντ –πέθανε στο Λονδίνο, λησμόνησε εκεί τα πάντα– ήδη έναν αιώνα πριν είχε διατυπώσει τις αρχές της ψυχανάλυσης των λαθών. Η τυχαία απώλεια ενός αντικειμένου, η «αθέλητη» καταστροφή του, ενδέχεται να μην είναι καθόλου τέτοια, ένα ατύχημα, αλλά να αποτελεί την εκπλήρωση μιας ασυνείδητης επιθυμίας· να υποκρύπτει φερειπείν την επιθυμία της αντικατάστασης του, να συνιστά τη δικαιολογία για την απόκτηση ενός νέου. Και βέβαια τα κινητά τηλέφωνα χρήζουν ταχείας αντικατάστασης, όπως επιτάσσει η διαφήμιση, ο ρυθμός ανατροφοδότησης της αγοράς με «νέα» μοντέλα. Μπορεί επίσης εκείνο που υποδηλώνεται, στην περίπτωση όπου το αντικείμενο υπήρξε δώρο, να είναι η ρηγμάτωση της σχέσης με το δωρητή· εκείνος και το δώρο του συγχωνεύονται, γίνονται ένα και το αυτό, για να σπάσουν στη συνέχεια σε απειράριθμα θραύσματα, καθώς το αντικείμενο συντρίβεται προσκρούοντας τυχαία στο δάπεδο.

Σήμερα κανείς επιβάλλεται να είναι γενναιόδωρος, να κάνει δώρα στον εαυτό του. Η σχέση καθενός, θα μπορούσε να ειπωθεί, με τον εαυτό του είναι μια σχέση «ON/OFF», μπορείς να την απενεργοποιείς και να τη θέτεις σε λειτουργία εκ νέου κατά βούληση, όσες φορές θες. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι κανείς που χάνει τον εαυτό του δεν έχει λόγο να θρηνεί –και ασφαλώς η διαφήμιση θα συνηγορούσε σε αυτήν την ευκολία, θα συγκατένευε, αρκεί μόνο να «θέλεις»–, αλλά οφείλει απλά να σπεύσει στο πλησιέστερο κατάστημα κινητής τηλεφωνίας και θα του δοθεί βέβαια η δυνατότητα τα προβάλλει τον «καλύτερο του εαυτό»· να «ανανεωθεί», καθώς ανανεώνει το πακέτο χρόνου ομιλίας. Αφού κανείς απλά υιοθετεί την «ταυτότητα» του εμπορεύματος που καταναλώνει, για να επικαλεστώ για ακόμη μία φορά τους καθηγητές της σχολής της Φρανκφούρτης. Ακριβώς σε μια απέλπιδα προσπάθεια να «υπεραναπληρωθεί» η απουσία αληθινής ταυτότητας, η έκδηλη αδυναμία αυτή να συγκροτηθεί. Γιατί ο εαυτός εξανεμίζεται παράλληλα με την σταδιακή «εξάτμιση» του αντικειμένου και του άλλου· αυτών που, διαρρηγνύοντας τη ψυχική μονάδα, ρηγματώνοντας την κλειστότητα της, εξάγοντας βίαια το υποκείμενο από αυτήν, τραβώντας το από τον κόσμου του, στον κόσμο της κοινωνίας, κόσμο της σημασίας –κόσμο των πάντων και κανενός, όπως λέει ο Καστοριάδης–, επιβάλουν τον εκκοινωνισμό του· καθώς το αντικείμενο του πόθου του παιδιού επισημαίνεται, υπονομεύοντας έτσι την αίσθηση παντοδυναμίας της ψυχής, ως κάτι του οποίου η διάθεση εξαρτάται από τον άλλο· τον άλλο που σημαίνεται ως τέτοιος, ως κάποιος με δική του, αυτόνομη, επιθυμία· η οποία μπορεί και να αντίκειται σε αυτήν του παιδιού και ο οποίος αποδέχεται την τελευταία ή την επικρίνει, την αποδοκιμάζει ή την επιδοκιμάζει, όπως επιβραβεύει ή καταδικάζει, επισημαίνει ως ανάρμοστη τη συμπεριφορά του παιδιού, αναφέροντας την σε κάτι που ξεπερνά και τους δύο· στον θεσμό της κοινωνίας. Λοιπόν, είπαμε· κάνει κανείς σήμερα δώρα στον εαυτό του. Αφού η διαδικασία του εκκοινωνισμού, η διαδικασία, κατά την οποία η κοινωνία δημιουργεί και κατασκευάζει το κοινωνικό άτομο ως θεσμό, διέρχεται αυτήν την δίχως ιστορικό προηγούμενο κρίση, όπως τα στελέχη των υπό κατάρρευση χρηματοπιστωτικών κολοσσών επιφυλάσσουν στους εαυτούς τους bonus, κάθε σύγχρονος καταναλωτής παρέχει ο ίδιος στον εαυτό του την ποθούμενη επιβράβευση· «υποκαθιστώντας» την, αδιαφορώντας πια για την επιδοκιμασία την προερχόμενη από τους άλλους.

Στις διαφημίσεις μάταια θα αναζητηθεί το ίχνος του άλλου ως τέτοιου. Ή και του αντικειμένου· ακόμη και αυτό το διαφημιζόμενο προϊόν απουσιάζει. Την απουσία του αντισταθμίζει η «αύρα» του, η «ταυτότητα» του που λέγαμε – «εταιρική ταυτότητα», κανείς μπορεί να γίνει μέτοχος. Σε μιαν εξέλιξη την οποία είχε προφητεύσει η «σύγχρονη τέχνη»· αυτή απετέλεσε τον προάγγελο όσων έμελε να συμβούν, ήδη ενώ οι εφαρμοστές, οι θεράποντες της καλλιτέχνες του τσίρκου, «εξαφάνιζαν» το έργο τέχνης· το φυγάδευαν για να το προφυλάξουν από την εμπορευματοποίηση· όπως την καλλίγραμμη νεαρά, την κλεισμένη σε ένα κουτί που ροκανίζεται από τα δόντια του πριονιού. Χρριτς-χρρατς. Αααααχ! Κάτι πάει στραβά… Και να, ο ίδιος ο ταχυδακτυλουργός εξαφανίζεται, τινάζοντας την, με μια μαγική κίνηση πίσω από την κάπα του. What a great performance… Σήμερα οι βιντεοσκοπημένες performances, παρουσιαζόμενες σε μουσεία, οι φωτογραφίες των «εφήμερων έργων», γινόμενες προϊόν αγοραπωλησίας, συμβάλλουν στην αποσταθεροποίηση της πεποίθησης, αδιάψευστης στα μάτια της μνημειωδών διαστάσεων –σαν μινιμαλιστικό γλυπτό– μεταμοντέρνας αφέλειας, βάσει της οποίας για την εμπορευματοποίηση του έργου τέχνης όλες οι ευθύνες θα πρέπει να αποδοθούν στην «υλικότητα» του, γι’ αυτό εξοβελιστέα. Αλλά κάθε απόπειρα ενοχοποίησης αυτής καταπίπτει οριστικά, αρκεί, ας πούμε, κανείς να παρακολουθήσει αυτή τη διαφήμιση, η οποία, ναι· θα πρέπει πια να θεωρείται έργο τέχνης, το χρωστάμε αυτό στη μεταμοντέρνα κατάλυση της διάκρισης ανάμεσα στη μαζική και την υψηλή κουλτούρα. Αυτήν –της Cosmote, αν δεν απατώμαι–, της οποίας ο πρωταγωνιστής εξερχόμενος του διαμερίσματός του, θέλοντας να τα πάρει μαζί του, τσακίζει τα, σαν από χαρτόνι, αναδιπλούμενα κτήματα του, μεταξύ των οποίων και το κορίτσι του που εμφανίζεται να κοιμάται –ενώ, προφανώς, είναι αυτός εκείνος ο οποίος ονειρεύεται–, φυλακίζοντας τα στην τσέπη του σαν εξουδετερωμένες, περασμένες στην καρφίτσα, πεταλούδες.

«Ο κόσμος μας, εσύ». Κάθε ένας τηλεθεατής, μόνος μπροστά στην οθόνη, βυθισμένος στην πολυθρόνα του, ενθρονίζεται στη θέση του απόλυτου κυριάρχου· αναγνωρίζεται ως το κέντρο του κόσμου, καθώς οι διαφημίσεις προσλαμβάνουν τη χροιά μιας ονειροπόλησης ή ενός ονείρου, αυτόν τον χαρακτήρα του φαντάσματος· όπως εκεί, έτσι κι εδώ το υποκείμενο είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής, πρόσωπα και πράγματα, ό,τι εμφανίζεται, ό,τι παριστάνεται να το περιβάλλει, δεν είναι παρά έρμαιο στις ορέξεις του, όργανο για την εκπλήρωση των δικών του επιθυμιών, καθώς όλα, μηδέ εξαιρουμένου του πόθου του άλλου, που καθυποτάσσεται, «ενορχηστρώνονται» από το Εγώ. Κάθε καλή διαφήμιση ενός πακέτου κινητής τηλεφωνίας, οφείλει, τι παράδοξο, για να κάνει ελκυστική την προοπτική της «επικοινωνίας» με τους άλλους, να τους εξαλείψει ως τέτοιους. Η διάρκεια του «συντόμου διαφημιστικού διαλλείματος» μπορεί να εκταθεί στην αιωνιότητα, ενόσω ο χρόνος καταλύεται. «Ο χρόνος δεν υπάρχει για την ψυχή». Έχουμε εδώ τον «απόηχο» της «πρωταρχικής παράστασης» παντοδυναμίας της ψυχής, την έκφραση της αξίωσης επαναφοράς αυτής της «κατάστασης», όπου ό εαυτός είναι τα πάντα αμετάβατα και όπου κάθε επιθυμία ικανοποιείται ψευδαισθησιακά μέσα στο φάντασμα. Το αδύνατο της επανόδου σε αυτήν την «πρωτοκατάσταση» του υποκειμένου διασφαλίζει ότι η αγορά δεν θα έχει αναδουλειές. Οι σύγχρονες κοινωνίες, αδυνατώντας να παράσχουν στα άτομα, όπως θα όφειλαν, φαντασιακό αντιστάθμισμα γι’ αυτήν την απώλεια, με τη θέσμιση τους να κλυδωνίζεται, αυτό που άλλοτε μετουσιωνόταν διαμέσου της τέχνης και της πολιτικής ή και της θρησκείας, το «αξιοποιούν» για την ανατροφοδότηση της ζήτησης, χάρη στην «αίσθηση του ανικανοποίητου» που, μοιραία, μετά την αγορά κάθε διαφημιζόμενου εμπορεύματος, αφήνεται, απομένει ως «απόσταγμα».

Με ανακούφιση πληροφορούμεθα από τους δημοσιογράφους σε εκπομπή της ΕΤ3 ότι πλέον, χάρη στα επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνολογίας, μπορεί κανείς με εξαιρετική ακρίβεια να εντοπίσει τη θέση του απολεσθέντος αντικειμένου. Ηχεί καθησυχαστικό. Αρκεί μια κλήση, για να ανακτήσεις τον εαυτό σου. Ανάκτηση αρχείων. Σαν παροδική βλάβη – αποκατεστάθη. Σηκώνεις το ακουστικό. Από την άλλη άκρη της γραμμής ακούγεται μια φωνή. «–Ναι;». Είναι η δική σου· ηχεί απόμακρη. Γιατί έρχεται από την άλλη άκρη του κόσμου. Είναι, λοιπόν, σαν να έχεις σχηματίσει στην παραλία με βότσαλα, με πετραδάκια: «… (σ.σ. ο τάδε) was here». Σαν μπουκάλι στον ωκεανό· όπως ένα πουλί. Είδος υπό εξαφάνιση· φέρει στο λαιμό του πομπό ηχοεντοπισμού. Δεν είναι; Ταξίδι… Η διαφήμιση της «Aegean». Μου διαφεύγει… μου διαφεύγει το σλόγκαν. Οι επιβάτες· κατευθύνονται προς το διάδρομο απογείωσης· περιβαλλόμενοι από τις επιθυμίες που κατακλύζουν τη σκέψη τους. Ακούγεται τραγούδι – ξενέρωτο. Στα αγγλικά, λέει – στο περίπου: «Ήμουν βυθισμένος στις σκέψεις μου· δεν μπορούσα να ξεχωρίσω το μέσα μου από τον εξωτερικό κόσμο». Ένα τελευταίο δώρο – ένα τελευταίο ταξίδι. Για τον εαυτό τα ναύλα θα πληρωθούν με το Χαρώνειο νόμισμα. Καθώς αυτός αποσυντίθεται, ξεθωριάζει, το περίγραμμά του θολώνει, γίνεται ένα με την άγρια βλάστηση είναι, θα συμφωνήσετε, φίλοι, ό,τι πιο χρήσιμο· αναπόσπαστο τμήμα της εξάρτησης μας· η στολή παραλλαγής συνιστά απαραίτητο αξεσουάρ.

Παρασκευή, 04 Δεκεμβρίου 2009

Γέρε χρόνε φύγε τώρα ή Αυτό το γήρας που έρχεται μόνο


Είναι νύχτα της 29ης Νοεμβρίου και στην εκπομπή «αποτυπώματα» του τηλεοπτικού σταθμού «Alter» επιχειρείται η εξιχνίασις της στυγερής δολοφονίας ενός γέρου 24 ετών, με 88 μαχαιριές – όχι, είναι ανάποδα! Λοιπόν, ενός γέρου 88 ετών, με 24 μαχαιριές· αν έχει κάποια σημασία για εσάς. Αν πάλι νομίσατε ότι η διενεργούμενη την ίδια ημερομηνία εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη του νέου αρχηγού (sic) του κόμματος της «Νέας Δημοκρατίας» αγνοείται επιδεικτικά από τους υπευθύνους του εν λόγω διαύλου ενημέρωσης, ε, τότε γελιέστε· είναι αυτό ακριβώς εκείνο για το οποίο κόπτονται. Ο εκλιπών ανήκοντας στην ομάδα του προνομιακού ακροατηρίου (σ.σ. προτού φονευθεί, εννοείται) του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, θα μπορούσε, εάν του είχε δοθεί η δυνατότητα να ψηφήσει, με αυτήν τη ψήφο του να καθορίσει το εκλογικό αποτέλεσμα – το οποίο όμως εν τέλει δεν υπήρξε οριακό, επομένως δεν γεννάται θέμα και τζάμπα η σκασίλα μας. Αυτά. Έκανα λίγο μακάβριο χιούμορ, βιτριολικό· αυτό το μαύρο χιούμορ με το οποίο σφάζεις σαν με το μπαμπάκι.

Kicking a dead horse. Η Τρίτη ηλικία είναι πλέον ο πιο εύκολος στόχος για κάθε αιχμηρή νύξη. Το λέω αυτό επειδή, παρότι η συγκεκριμένη εκπομπή επέδειξε αυξημένη ευαισθησία για το χαμό του άτυχου υπέργηρου κυρίου, όπως πλήθος αντιστοίχων προγραμμάτων, που για ακροατήριο τους έχουν κυρίως άτομα της τρίτης ηλικίας, επιδίδονται με ιδιαίτερο ζήλο στην προβολή θεμάτων που αφορούν τα άτομα αυτά, τις επιθέσεις που δέχονται από διαρρήκτες, οι οποίοι καραδοκούν όπως ο θάνατος, εισβάλουν μυστικά και έξαφνα από σφαλισμένες πόρτες και παράθυρα, από κάθε χαραμάδα, όπως η παγωνιά που συντροφεύει τον τελευταίο –και, για μια φορά, ο θάνατος είναι πάντοτε τελευταίος–, καταλαμβάνομαι από την αίσθηση ότι οι επιθέσεις αυτές απέχουν του να είναι οι πλέον βίαιες. Το λέω γιατί είναι ήδη περίπου συνομήλικη της ιδιωτικής τηλεόρασης η προβαλλόμενη από αυτήν καρικατούρα του «φευγάτου» γέρου –ή, βέβαια, και ίσως συνηθέστερα, της γριάς–, η οποία υπαγορεύει πως εάν οι πραγματικοί γέροντες, αυτοί με τη σακουλιασμένη σάρκα και τα καταπονημένα οστά να φαντάζουν σαν ετοιμόρροπά υποστυλώματα καταρρεόντων «ζωντανών μνημείων», θα ήθελαν να εξακολουθούν να μας βαραίνουν με την παρουσία τους, θα όφειλαν τότε να εναρμονισθούν με τις επιταγές της καταναλωτικής κοινωνίας· αναγνωρίζοντας, ενώ βρίσκονται στο «παρά 5’» του θανάτου, ως πρότυπό τους την τηλεοπτική Θεοπούλα.

Διερωτώμαι λοιπόν: Προς τί η τόση χλεύη που επιφυλάσσεται στου «απόμαχους της ζωής»; Γιατί η περιπαικτική απεικόνιση τους στη διαφήμιση της Vodafone ή στον «καφέ φουντούκ’» κάνει τους καταναλωτές να «ευθυμούν», προξενεί το γέλιο τους, καθώς μνημονεύουν τα καμώματα των πρωταγωνιστών στις συζητήσεις με τις παρέες τους; Και να, επιχειρώ μιαν απάντηση: Η «διασκέδαση» αυτή συνιστά όχι μόνον μια διασκέδαση του φόβου ενώπιον του μέλλοντος που οι ηλικιωμένοι πρεσβεύουν, του επερχόμενου γήρατος, του αναπόφευκτου του θανάτου, για το οποίο κάθε νύξη αποφεύγεται από τις σημερινές δυτικές κοινωνίες· ούτε και αρκείται μόνο στο να βάλει εναντίον του παρελθόντος, της πρόσφατης ιστορίας των κοινωνιών αυτών, την οποία οι γέροντες ενσαρκώνουν, υπονομεύοντας, απαξιώνοντας το. Αλλά το «γελοίο», το ευτράπελο, εδώ προκύπτει ως απόρροια του παραλόγου της επιχειρούμενης κατάλυσης της ουσιαστικά ακατάλυτης, «οργανικής», αν θέλετε, σχέσης ανάμεσα στα δύο· ως απότοκο της επιδεικτικής αψήφισης της αμοιβαίας «σύμφυσης», της αλληλοδιαπλοκής του παρελθόντος και του μέλλοντος, του αλληλένδετου αναμεταξύ τους, κατάλυση η οποία ταυτίζεται με την κατάργηση του χρόνου. Είναι, φαίνεται, αυτός ο μόνος τρόπος με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες μπορούν να «υπερβαίνουν», να «ξεπερνούν» το «χάσμα των γενεών». Μακ-αύριο χιούμορ…

Επομένως έχουμε εδώ να κάνουμε με μια διαδικασία εφάμιλλη αυτής την οποία θέλησα να αποκαλύψω σε παλαιότερη εργασία μου, δημοσιευμένη σε ετούτο το blog, και η οποία είχε ως αντικείμενο την ανάλυση ενός τηλεοπτικού διαφημιστικού μηνύματος, αντλώντας από ορισμένες διατυπώσεις του Αντόρνο. Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι η κοροϊδία αποτελεί καρπό της μετάθεσης του μίσους για τον εαυτό, της προβολής μιας διογκούμενης δυσφορίας, η οποία, αν καθιστά τους γέρους και της γριές αποδιοπομπαίο τράγο –γέρο-τράγε!–, αν τους θέτει στο στόχαστρο, είναι επειδή αναπτύσσεται εντός των κόλπων μιας κοινωνίας, όπου η «νεανικότητα», την οποία το «φρέσκο» διαφημιστικό προϊόν επαγγέλλεται, είναι σαφώς δίχως αντίκρισμα, αδυνατώντας αντίθετα να επιβάλλει καθολικά την απόκρυψη του γεγονότος ότι πρόκειται εδώ, ασφαλώς, για μια κοινωνία γερασμένη. Ως τέτοια δεν θα μπορούσε παρά να παρουσιάζει έκδηλα τα σημάδια της νόσου του Αλτσχάιμερ, νόσου γεροντικής. Γι’ αυτό αν η κοινωνία αυτή δεν θυμάται την αλλοτινή θέση των γερόντων, των σεβασμό του οποίου απολάμβαναν, ποιοι ήσαν ο Νέστορας ή ο Μέντορας, επίσης αδυνατεί να ανακαλέσει την καταδυνάστευση από τους προπάτορες και την αδιαμφισβήτητη τους σοφία, την επιβεβλημένη αυθεντία τους· εκείνο, όμως, που κυρίως λησμονείται δεν είναι άλλο από την αμφισβήτηση έναντι του δεσποτισμού. Η χλεύη, για την οποία εδώ πρόκειται, ουδόλως σχετίζεται με την κατακραυγή έναντι πεπαλαιωμένων, κατεστημένων, «μουχλιασμένων» αντιλήψεων. Η χαιρεκακία την οποία υποδηλώνει, όντας καταφανώς μαζοχιστική, καταθλιπτική, δεν στρέφεται έναντι του μονοπωλίου των γηραλαίων να ομιλούν, τουναντίον διαμέσου αυτής εκείνο όπου πράγματι αμφισβητείται είναι η δυνατότητα όλων να λέμε οτιδήποτε, αφού όλοι είναι γερασμένοι. Εγώ, πάλι, εδώ θα πάψω να ομιλώ πρόσκαιρα μόνο· θα επανέλθω λίαν συντόμως για να ιχνηλατήσουμε από κοινού τα βήματα, να αναζητήσουμε το ασθενές σήμα που εκπέμπει η αγνοούμενη νεότις.


The soft boys - Old pervert


Τετάρτη, 02 Δεκεμβρίου 2009

Νεκρός χρόνος ΙΙΙ

Με ένα κλικ ο χρόνος παγώνει

Η μετάβαση της πόλης της Κέρκυρας από την κλασσική στην τουριστική βιομηχανία και η αποτύπωση της μετάλλαξης του τρόπου βίωσης του χρόνου στο αστικό σώμα*

Ότι απομένει από το βιομηχανικό παρελθόν της Κέρκυρας, εν προκειμένω τα λείψανα της αλλοτινής βιομηχανικής ζώνης που εκτίνονταν στο προάστιο του Μαντουκιού, συνιστούν κατά έναν τρόπο υπόμνηση μιας εποχής, όπου το αίτημα της διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όντας έκφραση της επιδίωξης για συνεχή διεύρυνση της «ορθολογικής κυριάρχησης» επάνω στον άνθρωπό και τη φύση, εδραιώνεται. Η παρεχόμενη πλέον δυνατότητα –και χάρη ακριβώς στα επιτεύγματα της τεχνικής– σε ολοένα διευρυνόμενα τμήματα του πληθυσμού, αλλά κυρίως στα αστικά και μεσοαστικά στρώματα, διαμέσου της ανάπτυξης μιας βιομηχανίας παραγωγής αναμνηστικών πορτρέτων, να αξιώνουν την «απαθανάτιση» τους, θα μπορούσε να ιδωθεί ως απότοκο αυτού ακριβώς του προαναφερθέντος καθ’ όλα παράλογου και αλαζονικού πόθου για επιβολή επάνω στη φύση. Η ανθρώπινη φύση, ας μας επιτραπεί η έκφραση, δεν θα μπορούσε, ασφαλώς, να εξαιρεθεί. Ο πόλεμος στο θάνατο κηρύττεται. Εδώ διαμέσου της φωτογραφικής καταγραφής που προσλαμβάνει ρόλο ριζικά άλλο, φιλοδοξείται να κατατεθεί μια μαρτυρία, αναφερόμενη στην αναπόφευκτη διάψευση της εν λόγω χιμαιρικής βλέψης. Με την εστίαση του φακού στα εργοστάσια που κατεδαφίζονται ή «ψυχορραγούν», αφημένα να καταρρεύσουν, επιζητείται η επισήμανση των εγγενών αντιφάσεων της θέσμισης ενός χρόνου «επιθετικού», αυτού της ατέρμονης προόδου, της «ανάπτυξης».

Ας μη νομισθεί πως πρόκειται εδώ για κάποιου είδους «εναρμόνιση» με την εγελιανή προτροπή, σύμφωνα με την οποία το παρελθόν οφείλει να κρατηθεί ζωντανό διαμέσου της κατάργησής του. Τουναντίον, η επιλεκτική «διάσωση» μνημείων, τα κριτήρια βάσει των οποίων αυτή αποφασίζεται, οι οδοί που επιλέγονται για την εφαρμογή της, καταδεικνύει ότι η αντιμετώπιση η οποία προκρίνεται έναντι του «ζώντος παρελθόντος» δεν είναι άλλη από την ταρίχευση του. Διάσωση λοιπόν. Ανάμεσα στην πληθώρα των σχετικών παραδειγμάτων μπορεί κανείς να ξεχωρίσει της εργασίες αναστύλωσης των οχυρώσεων του παλαιού φρουρίου. Παρότι ουδείς νομιμοποιείται να αμφισβητήσει την ορθότητα του πνεύματος από το οποίο η τοπική εφορία βυζαντινών αρχαιοτήτων διακατέχεται, προβαίνοντας στις σχετικές ενέργειες, αφού είναι εκπεφρασμένη –και έκδηλη ούτως η άλλως– η πρόθεση, διαμέσου και της απόδοσης των αποκατεστημένων χώρων στο εσωτερικό του φρουρίου σε νέες χρήσεις, να διευκολυνθεί η προσέγγιση από πλευράς της τοπικής κοινωνίας της ιστορίας της και ο δημιουργικός επαναπροσδιορισμός της σχέσης της με το παρελθόν της, η, ομολογουμένως αξιέπαινη, πρωτοβουλία μοιάζει να προσκρούει σε αντιξοότητες. Αντιξοότητες που ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποδειχθούν ανυπέρβλητες, αφού οι «πολιτικοί ταγοί», οι λοιποί τοπικοί φορείς, αλλά, αλίμονο, πρωτίστως η Κερκυραϊκή κοινωνία στο μεγαλύτερο της μέρος δικαιούται κανείς να αμφιβάλει για το κατά πόσο εμφορούνται από αντίστοιχες βλέψεις· αλλά, μάλλον απέχοντας παρασάγγας από του να βασανίζονται από κάθε ανάλογη μέριμνα, αναμένοντας αφελώς να αποκομίσουν από την ανάδειξη της «πολιτιστικής τους κληρονομιάς» οικονομικό όφελος, διατηρούν με αυτήν, με το παρελθόν τους, μιας σχέση τουριστική, το βλέμμα τους δεν απέχει, όντας εξίσου διεισδυτικό, από εκείνο το «βλέμμα» της ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής του επισκέπτη που επιδίδεται, σχεδόν ψυχαναγκαστικά, σε site-seeing.

Η στιγμή κατά την οποία η ανάμνηση, πάντοτε για να «κρατηθεί ζωντανή», κατατεμαχιζόταν και αποθηκευόταν σε pixels, συνέπεσε με τον αφανισμό της. Οι πρόγονοι αποδεικνύονται πλέον ιδιαιτέρως μακρινοί, όχι εξαιτίας της απόστασης του χρόνου, ο οποίος, άλλωστε, καταλύεται. Ας πούμε, ως υπόθεση εργασίας, ότι οι αναφορές από τις οποίες οι παραλογές, η λαϊκή παράδοση εν γένει, βρίθει, για ανθρώπους που θάβονται ζωντανοί, εντοιχίζονται στα θεμέλια γεφυρών και άλλων κτισμάτων, θυσιαζόμενοι προκειμένου αυτά να στεριώσουν, απορρέει από μιαν αίσθηση ότι αυτός που δίνει μορφή σε κάτι, το εμψυχώνει με ένα κομμάτι του εαυτού του, εξωθούμενος σε έναν οδυνηρό αποχωρισμό. Η γυναίκα του πρωτομάστορα. Και η καταναγκαστική πολύχρονη εργασία των ανώνυμων Κερκυραίων για την ανέγερση των επιβλητικών οχυρώσεων υπήρξε επίπονη το λιγότερο. Καθώς οι ογκόλιθοι, που οι προπάτορες μετέφεραν γογγύζοντας, μετακινούνται πρόσκαιρα, με εξέχουσα μέριμνα να λαμβάνεται, ούτως ώστε να διασφαλισθεί ότι θα επανατοποθετηθούν στην ακριβή, αρχική, αυθεντική τους θέση, μπορεί κανείς να στοιχηματίσει πως οι επίγονοί τους γεμίζουν με ανακούφιση, διαισθανόμεναι ότι, κι όμως, ναι, παρόλα αυτά κάτι λείπει, κάτι δεν είναι πια στη θέση του. Πέραν από τα αγριόχορτα που με πείσμα αναφύονταν στις εσοχές ανάμεσα στις πέτρες στα πιο απόκρημνα σημεία, ως άλλα παράσιτα, που επίσης εκριζώθηκαν, τα φαντάσματα που τα «στοίχειωναν» απουσιάζουν. Τα φαντάσματα του παρελθόντος· αποπέμφθηκαν με το συριστικό ήχο τον συρματόσχοινων, την κραυγή του γερανού, όπως περίπου το μήνα Μάρτιο στην ύπαιθρο ο πόλεμος είθισται να κηρύττεται στα φίδια· στα σπίτια με τη κλαγγή των κουζινικών επιδιώκεται ο διωγμός τους. Έχουμε ενώπιον μας μια ιστορική καινοτομία. Οι σύγχρονες κοινωνίες είναι οι πρώτες όπου βιώνουν το παρελθόν τους με τρόπο καθόλα εξωτερικό· και αυτή εδώ, η τοπική κοινωνία, ανάμεσα τους. Τα τείχη που άλλοτε ενέκλειαν την κοινότητα, ενσάρκωναν την ενότητα της, τώρα, υψούμενα απαγορευτικά, επιφορτίζονται με την εμπέδωση της τήρησης των κρινόμενων ως αναγκαίων αποστάσεων από τον εαυτό της.

Το παρελθόν δεν μπορεί να υπάρξει εκεί όπου το παρόν έχει καταρρεύσει. Στην Κέρκυρα τα έργα εκβάθυνσης που εκτελούνται στη ζώνη του λιμένος δεν αρκούν για να αποκρυφθεί η ρηχότητα από την οποία η καθημερινή ζωή χαρακτηρίζεται. Το ότι η απήδαλος ναυς έχει προσαράξει στα αβαθή δεν φαίνεται να απασχολεί –και κάποιοι ανάμεσα στους ατάραχους, μπορούμε γι’ αυτό να είμαστε βέβαιοι, θα επικαλούνταν τη λαϊκή θυμοσοφία: εδώ καράβια καίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν– τη στιγμή όπου όλοι κόπτονται για τον ασφαλή ελλιμενισμό των πλοιαρίων στο υπό κατασκευή «καταφύγιο τουριστικών σκαφών» στη Σπηλιά. Αλλά, βέβαια, εκεί είναι το παλαιό λιμάνι… Μια κοινωνία χωρίς παρόν δεν μπορεί να θέσει πρόταγμα για ένα καταξιωμένο μέλλον, αφού αυτό θα προϋπέθετε την, επαναξιολόγηση, τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης της με το παρελθόν της· απαιτεί αναστοχαστικότητα. Καθώς ο χρόνος της Κερκυραϊκής κοινωνίας ρυθμούται από τη μονότονη αλληλοδιαδοχή των τουριστικών σαιζόν, η φιγούρα του γερανού, διαρκώς παρούσα σε αυτή τη σειρά φωτογραφιών, φαντάζει ως να έχει απολέσει την ορμητικότητα με την οποία είναι συνειρμικά ταυτισμένη, την παραπέμπουσα στις συνεχείς ρήξεις, τις οποίες η εποχή της βιομηχανικής επανάστασης ευαγγελιζόταν. Έναντι της αποφασιστικότητας όπου αυτή απέπνεε, ο γερανός, σύμβολο συσχετιζόμενο με αυτήν, αποδιώχνει την ιδιότητα διάνοιξης νέων διόδων, καταλαμβάνοντας το ρόλο του παλινορθωτή. Αν η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού έχρισε ως θανάσιμο εχθρό της τον ανορθολογισμό της δεισιδαιμονίας, αν ο χρόνος του καπιταλισμού διέρρηξε την κλειστότητα του ψευδοκυκλικού χρόνου της αγροτικής ζωής, είναι ακριβώς ο ανορθολογισμός του καπιταλισμού, η παντοκρατορία του οικονομισμού, που καταστρέφει το χρόνο, προλειαίνοντας το έδαφος για την ενθρόνιση της ανιστορικότητας. Ο χρόνος αυτής της εποχής είναι ένας χρόνος κατακερματισμένος, διακεκομμένος· ο χρόνος των διακοπών. Μπροστά σε αυτό το ουσιαστικό πάγωμα του χρόνου, το «σταμάτημα» του χρόνου από το φακό της φωτογραφικής μηχανής ασφαλώς ωχριά.


*Το παρόν κείμενο συντάχθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο ως μέρος εργασίας, η οποία εκπονήθηκε στα πλαίσια του μαθήματος «φωτογραφία ΙΙ», στο τμήμα «τεχνών ήχου και εικόνας» του «Ιονίου Πανεπιστημίου», όπου φοιτώ, προοριζόμενο να συνοδεύσει, όπως ζητείτο, μια σειρά δέκα φωτογραφιών, η επιλογή του θέματος των οποίων εναπόκειτο σε εμάς. Εν τέλει, όπως ορθώς μου επισημάνθηκε, ήταν οι φωτογραφίες –εκ των οποίων εδώ παραθέτω μόνο τις μισές– εκείνες όπου κατέληξαν να συνοδεύουν το κείμενο. Το δημοσιεύω εδώ σε συνέχεια των δύο προηγουμένων, κρίνοντας ότι θα μπορούσε να αποτελεί, τρόπον τινά, τον επίλογο του προβληματισμού που σε αυτά διατυπώθηκε

Thee oh sees - Destroyed fortress reappears

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Νεκρός χρόνος ΙΙ


Η λίθινη εποχή

Στο νησί των πυροτεχνημάτων η υγρασία τρυπάει τα κόκαλα. Οι τοίχοι, οι προσόψεις των κτιρίων επικαλύπτονται, φτιασιδώνονται εναγωνίως· «αναπλάθονται». Κάθε είδους εργασίες συντήρησης, αναπαλαίωσης, λαμβάνουν εσπευσμένα χώρα στην καρδιά του Χειμώνα. Τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, τα δωμάτια των ξενοδοχειακών συγκροτημάτων, ερημωμένα, βάφονται, καλλωπίζονται· προετοιμάζονται να υποδεχθούν το επόμενο κύμα επισκεπτών που καταφθάνει σε αυτές τις ακτές, οι οποίες, ανταποκρινόμενες σε αυτή του τη μονότονη επανάληψη, συντονιζόμενες με την περιοδικότητα τη διέπουσα τις διαδοχικές αφίξεις των οργανωμένων groups, ανά τακτά διαστήματα εξαφανίζονται, κάνοντας εν συνεχεία την επανεμφάνιση τους, όπως θα συνέβαινε με ένα αδύναμο φως, πηγή του οποίου ίσως θα υπήρξε ο φάρος κάποιου απομακρυσμένου, απρόσιτου αγκυροβολίου. Η λάμψη του, ή και το αντιφέγγισμα κάποιας ναυτικής φωτοβολίδας, εκτοξευθείσας ακολούθως του ναυαγίου, αδυνατούν να διαπεράσουν τα αλλεπάλληλα στρώματα της πυκνής αχλής μυστηρίου, από την οποία οι συντεταγμένες που ορίζουν ετούτο το ιδιότυπο τρίγωνο των Βερμούδων περιβάλλονται. Λοιπόν αυτός ο τόπος υπάρχει για τον εκάστοτε παραθεριστή μόνον κατά τη διάρκεια της εδώ παραμονής του· παύει δε να υφίσταται την ακριβή στιγμή της αναχώρησης. Κάθε τι που ενδέχεται να αποτελέσει υπονόμευση αυτής της ψευδαίσθησης μεθοδικά απαλείφεται, όπως εκδηλώνεται η μέριμνα ούτως ώστε κανένα ίχνος απ’ όσους διέμειναν προηγούμενα στα τουριστικά καταλύματα να μην αφεθεί· τα σεντόνια στα πάνδημα κρεβάτια αλλάζονται άμεσα, καθώς οι διακοπές των ονείρων των νεοαφιχθέντων έφεραν πάντοτε ως αναγκαία προϋπόθεση τη διακοπή των ονείρων των προκατόχων τους.

Η ωραία κοιμωμένη. Προκειμένου η Νήσος του Πάσχα να παρουσιάζει κατά τους θερινούς μήνες, στο απόγειο της τουριστικής σαιζόν, εικόνα εφάμιλλη της Ντίσνεϋλαντ, είναι, φαίνεται, αναγκαίο, έως ότου ο Χειμώνας εκπνεύσει και την τελευταία παγερή του ανάσα, οι συνθήκες εδώ να συνιστούν προσομοίωση της κατάστασης στην οποία ο εμπνευστής, ο πατέρας της μητέρας όλων των θεματικών πάρκων έχει πλέον περιέλθει, αφότου άφησε την τελευταία του πνοή, έχοντας επιλέξει να επωφεληθεί των ευεργετημάτων της κρυογονικής· το σώμα του φυλασσόμενο, κατεψυγμένο, συντηρείται –διασώζεται, όπως ακριβώς η πόλη-μνημείο, η εβρισκόμενη υπό την προστασία της unesco–, μιας και ο ίδιος, διορατικός όντας, προσέβλεπε στην νεκρανάσταση του, όταν τα επιτεύγματα της σύγχρονης επιστήμης θα την επέτρεπαν, στα πρότυπα της Χιονάτης, την οποία, αφού πρώτα είχε πέσει σε λήθαργο, έχοντας δαγκώσει το δηλητηριασμένο μήλο, αναζωογόνησε το φιλί του πρίγκιπα. Disney on ice. Οι διαρκώς ανασκαπτώμενοι στα πλαίσια της τέλεσης έργων υποδομών, που εξορίζεται, στριμώχνεται στη «νεκρή τουριστικά περίοδο», στην οποία η εποχή του Χειμώνα έχει υποβιβασθεί, δρόμοι αυτής της πόλης φαντάζουν ως τάφοι που χάσκουν ανοιχτοί, ζητώντας επιτακτικά, προσμένοντας μάταια να υποδεχθούν ένα πτώμα που παραμένει άταφο· οι στοιβαγμένες παρακειμένως του χάσματος πλάκες των έργων οδοποιίας, τις οποίες ενίοτε θα συναντήσεις τους διαβάτες να περιεργάζονται, καθώς είναι αφημένες, ενώ οι εργασίες τελματώνουν μέσα στη λάσπη που παράγεται εν επαρκεία ως απόρροια των συνεχών βροχοπτώσεων, μοιάζουν με πλάκες επιτύμβιες. Κάτω από τις πλάκες αυτές, στους κεντρικούς δρόμους της παλαιάς πόλης, ας το έχετε υπόψιν σας, ένα άλλο στρώμα, από πλάκες ηφαιστειογενείς, κρύβεται επιμελώς.

Κάτω απ’ το πλακόστρωτο υπάρχει παραλία. Ο Robert Smithson φαίνεται πως εξέλαβε το σύνθημα του Μάη κυριολεκτικά. Η επονομαζόμενη «land art», η επίγεια τέχνη, της οποίας υπήρξε επιφανής εκπρόσωπος, ως τέτοια έρχεται να επαληθεύσει τη διάχυτη υποψία, να θεμελιώσει τη βαθιά δική μου πεποίθηση ότι το «underground», παραδόξως, δηλαδή παρά τα επιφαινόμενα, ουδόλως ασυμβίβαστο είναι με την κατάφορη επιφανειακότητα. Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος. Το εικονιζόμενο έργο του, τού 1970, ονόματι «spiral jetty» είναι μια σπείρα σχηματισμένη από χώμα, αλάτι και μελανόλιθο ή, αλλιώς, βαλσάτη, ένα ηφαιστειακό πέτρωμα που απαντάται επίσης στην Αφροδίτη –η Αφροδίτη αυτό το διάστημα απαντάται στο ζωδιακό μου κύκλο–, στον Άρη και στο Φεγγάρι. Το έργο εκτείνεται εν μέσω ενός τοπίου σεληνιακού, στην όχθη της λίμνης Great Salt Lake, στη Utah των ΗΠΑ, και μια αναζήτηση μου στο ίντερνετ με έφερε ενώπιον των παρατηρήσεων ενός blogger που, αφού επισήμαινε πως ο ίδιος γεννήθηκε όχι μακριά από το εν λόγω σημείο, προχωρούσε λέγοντας πως, για εκείνον, αυτό που κάποιοι, ακραία, ίσως και να χαρακτήριζαν εκτρωματικό ήταν ένα μνημείο αφιερωμένο στο δικό του ομφάλιο λώρο. Ομφαλοσκόπηση. Και όντως, η σπείρα φαντάζει ως δίνη έτοιμη να σε καταπιεί, παραμένοντας η ίδια επί μακρόν βυθισμένη· ερχόμενη ύστερα στην επιφάνεια όταν η στάθμη των υδάτων πέφτει –όπως συνέβη, μετά από την πάροδο πολλών ετών, το 2002, οπότε και τραβήχτηκε η δεύτερη φωτογραφία που παραθέτω– σε περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας. Η εξαφάνιση και επανεμφάνιση της στο Ρόζελ Πόιντ της Γιούτα επιφυλάσσει τη χλεύη έναντι της ιδέας του «έργου συγκεκριμένου τόπου».

Και να, αναδύεται αίφνης ο εξής συνειρμός: Αυτή η διάταξη των υλικών, αυτή η δομή, διευκολύνει έναν παραλληλισμό με τις «δομές», τα «συστήματα σημείων»· σημείων που, όπως τα παρατεταγμένα αδρανή υλικά, όπως οι αρχέγονες πέτρες μεταφέρονται από τα πιο απομακρυσμένα μήκη και πλάτη της υδρογείου, αντίστοιχα και αυτά απλά αναδιατάσσονται, μετατίθενται στο χώρο, ενώ φέρονται να στέκουν ως ογκόλιθοι, αναλλοίωτα, απαράλλακτα εις το διηνεκές, πετρωμένα, ως στήλη άλατος. Έτσι καθώς η ανθρώπινη παρέμβαση υποβαθμίζεται –το πρωτογενές υλικό, υπογραμμίζεται, παραμένει ακατέργαστο–, αφού το αλάτι της γης απουσιάζει, καθιστώντας αδύνατο το να καταπιείς αυτή τη θεώρηση –ωμή ή και μαγειρεμένη παραμένει άνοστη εξίσου–, ως μόνη οδός διαφυγής προβάλλεται η αποδόμηση· η διαβρωτική δύναμη του νερού που θα κονιορτοποιήσει τους βράχους. Διαφυγή; Ο Smithson εξέθεσε επίσης πέτρες στοιβαγμένες μέσα σε μεταλλικές δεξαμενές σε galleries. Στη θέση του θα εφοδίαζα κατά την είσοδο τους τούς προσερχόμενους επισκέπτες με βαριές, αναγκάζοντας τους να σπάσουν τα εκτιθέμενα έργα –ο Smithson, δυστυχώς, και εν αντιθέσει με το Ντίσνεϋ, δεν φάνηκε διορατικός, σήμερα η διάδραση (sic) του κοινού με το έργο τέχνης είναι ένα must–· άλλωστε αν αναλογιστεί κανείς ότι η gallerie δεν είναι παρά η γαλαρία, η στοά, φαντάζεται τι θα επακολουθήσει αν κανένα από τα έργα ξεκρεμαστεί, αν δηλαδή προκληθεί κατολίσθηση, η οποία βέβαια θα είχε ως συνέπεια να φραγεί η είσοδος της σπηλιάς, εγκλωβίζοντας το σύνολο των παρευρισκομένων. Αφού θα αδυνατούσαν να το εγκαταλείψουν, το μέρος αυτό θα έπρεπε να συνεχίσει για πάντα να υπάρχει. Όλα κι όλα, κάθε χώρος τέχνης θα πρέπει από τούδε και στο εξής να είναι εφοδιασμένος με τα απαραίτητα εργαλεία στα πρότυπα της πυροσβεστικής φωλιάς· σαν το ειδικά εξοπλισμένο φέρετρο που κάποιος, ο οποίος είχε κάποτε εξ αιτίας ιατροδικαστικού λάθους ενταφιαστεί ζωντανός, κατασκεύασε, διακατεχόμενος από το φόβο ότι θα του έλαχε και πάλι να νομισθεί για νεκρός.

Οι άνθρωποι των σπηλαίων. Το «spiral jetty», η σπειροειδής προκυμαία, μοιάζει με ένα απολιθωμένο όστρακο, εγκλωβισμένο ανάμεσα σε ασβεστολιθικά πετρώματα, άλλοτε βρισκόμενα στα βάθη ενός προϊστορικού ωκεανού, τώρα αποκαλυπτόμενο από την παλαιοντολογική σκαπάνη. Στο νου έρχονται τα μεγαλιθικά μνημεία, το Stonehenge, που απετέλεσαν την πηγή έμπνευσης του Smithson. Αλλά εδώ μένουν μόνο οι πέτρες, καθώς η νοηματοδότηση διαφεύγει, η δημιουργία ενός μάγματος κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, είναι ήδη για το στρουκτουραλιστικό κόσκινο «ψιλά γράμματα». Η κοινωνική θέσμιση υποβιβάζεται σε μια κάποια, «ταξινόμηση του φυσικού δεδομένου», ταξινόμηση η οποία εμφανίζεται στις «πρωτόγονες» κοινωνίες στην πιο «απλοϊκή», «υποτυπώδη» εκδοχή της. Αν ο δυτικός επιστήμονας βλέπει με «συμπάθεια», ως χαριτωμένη εκδήλωση της «νηπιακής ηλικίας της ανθρωπότητας» ένα μύθο, αναγνωρίζοντας σε αυτόν μια ατελή, αφελή, πρωτόλεια, καθυστερημένη απόπειρα της πραναφερθείσας «ταξινόμησης»· αν, ας πούμε, ο Δίας δεν είναι παρά το παράπλευρο σύμπτωμα της αδυναμίας κατανόησης του στοιχείου του κεραυνού και ο Ποσειδώνας εκείνου του φαινομένου της τρικυμίας· αν με αντίστοιχο τρόπο αναγιγνώσκει το μύθο του Οιδίποδα, τότε θα πρέπει να υποθέσουμε ότι διαβάζει στη μέθοδο Μπράιγ, έχοντας αυτοτυφλωθεί από τη δεισιδαιμονία του. Θα είναι επειδή, αποδίδοντας τη δική του χίμαιρα της «εξαντλητικής γνώσης» ως επιδίωξη σε κάθε κοινωνία στο χρόνο και στο χώρο, ανάγοντας την σε «πεπρωμένο» –ή και πετρωμένο– της ανθρωπότητας, το μόνο που εν τέλει «αποκρυπτογραφεί» είναι η κατάφωρη δική του αδυναμία να συλλάβει την ετερότητα· η αμηχανία μπροστά στο ριζικό φαντασιακό, μπροστά στο καινούργιο, την οποία ανταγωνίζεται μόνον εκείνη η ακλόνητη πίστη όσων, αντικρίζοντας την τέχνη των ιθαγενών της Αυστραλίας, ψάχνουν τους εξωγήινους – και στο νου έρχονται τα έργα στις σοδιές από το στάρι άλλων εκπροσώπων της «τέχνης της γης». Εκείνο που φέρνει στο φως είναι η ρηχότητα των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών, η αδυναμία στοιχειώδους κατανόησης απέναντι σε έναν ολόκληρο κόσμο νοήματος. Τείνουμε λοιπόν να πιστέψουμε ότι ο άνθρωπός δεν διαφέρει από τον κάστορα, ας πούμε, που και αυτός τροποποιεί το ενδιαίτημα του, παρά μονάχα στο βαθμό αυτής της «τροποποίησης». Η «άγρια σκέψη» χτίζει κάστρα στην άμμο. Το εφήμερο στην τέχνη θριαμβεύει…

Επιστρέφοντας στη Κέρκυρα βλέπουμε στις πλαγιές να ξετυλίγεται το ανάγλυφο που σχηματίζουν οι λιθιές. Συγκρατούν το γόνιμο έδαφος. Από την άλλη η συλλογή από πλευράς του περιηγητή Smithson πετρωμάτων από τους τόπους τους οποίους επισκέπτεται, φαντάζοντας ως μια δραστηριότητα στην οποία θα προέβαινε διακατεχόμενος από την ίδια εκείνη ακαταμάχητη έλξη που καταλαμβάνει όσους μανιακούς συλλέκτες, όντας δέσμιοι κάποιας ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, περιστοιχίζουν εαυτούς από κάθε λογής άχρηστα αντικείμενα, οχυρώνομενοι, φερειπείν, πίσω από χάρτινους πύργους, απαρτιζόμενους από στοιβαγμένες παλιές εφημερίδες, δεν μπορεί παρά να ιδωθεί ως μια μάταιη απόπειρα αντιστάθμισης του γεγονότος ότι κανείς σήμερα, όπου και αν πάει, δεν μπορεί στην πραγματικότητα να αποκομίσει οτιδήποτε, να πάρει τίποτα μαζί του φεύγοντας, όπως ο εφευρέτης Τζεφ Γκόλντμπλουμ στη «Μύγα» του Κρόνεμπεργκ, ο οποίος πρέπει να εισέλθει στη μηχανή τηλεμεταφοράς γυμνός, ειδάλλως η δομή του DNA του θα διαταραχθεί από την παρουσία του ξένου αντικειμένου· επειδή, όπως εκείνος, στην πραγματικότητα δεν μπορεί να πάει πουθενά αλλού, αλλά απλά διακτινίζεται, έχοντας αυτή τη μοίρα ενός μετατιθέμενου σημείου.

Πέτρα που κυλάει δεν χορταριάζει. Η λαϊκή θυμοσοφία διαψεύδεται, καθώς το ακατάπαυστο πηγαινέλα κάθε άλλο παρά παρεμποδίζει τη με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου συντελούμενη συσσώρευση της άλγης. Τα πετραδάκια δεν χρειάζεται να ριφθούν στο μονοπάτι. Αν, όπως έλεγε ένας μελετητής του –ο Μπυτόρ αν δεν απατώμαι–, ο Μαρσέλ Προυστ ακτινογραφώντας την αστική τάξη, εισδύοντας στο βάθος των τεκταινομένων της εποχής του, φιλοτεχνεί με μαεστρία, όχι απλά το πορτρέτο μιας κοινωνίας που αλλάζει ραγδαία, αλλά μιας κοινωνίας η οποία έχει επίγνωση αυτής της συντελούμενης αλλαγής της, σήμερα έχουμε μια κοινωνία αμυνόμενη, βρισκόμενη σε άρνηση απέναντι στην αυτοαλλοίωση της, ενώ αυτή, καθιστάμενη ασυνείδητη, προσλαμβάνει το χαρακτήρα της βαθιάς διάβρωσης. Το παράδειγμα της αλωμένης από την επελαύνουσα τουριστική ανάπτυξη Κέρκυρας, μπορεί να παρομοιάσθει με τη γένεση και τα συμπτώματα μιας νεύρωσης. Όπως η επιζητούμενη επανάκτηση της πρωταρχικής ενότητας του υποκειμένου, για πάντα χαμένης, ενίοτε μπορεί, βραχυκυκλώνοντας τα πάντα, να επιφέρει την επαναστροφή και την καθήλωση της libido, εδώ, ως απόρροια μιας βίαιης, αστραπιαίας, διασάλευσης του τρόπου μιας κοινωνίας παραδοσιακής, εισερχόμαστε σε μια νέα προϊστορία, σε μια άλλη «νεολιθική» εποχή, γινόμαστε έρμαια μιας ψευδαισθησιακής επανόδου σε έναν τρόπο του είναι, όπου πλέον ο χρόνος απλά δεν υφίσταται, όπως περίπου δεν υπήρχε όσο οι λιθιές εξακολουθούσαν να ορθώνονται με τον αυτό τρόπο επί αιώνες. Το τραύμα παραμένει ανεπούλωτο και, παρότι είναι αυτό φαντασιακό και όχι πραγματικό, το μαλακό σώμα αποτραβιέται και κλείνεται ερμητικά στο όστρακο, στο σκληρό του περίβλημα, καθώς ένας ιδιότυπος νάρθηκας εξακολουθεί και αγκαλιάζει ασφυκτικά την ακτογραμμή του νησιού, όπως ο «γύψος» της επταετίας, δίχως, όμως, κανείς στην περίπτωση αυτή να μπορεί να πει για πόσο ακόμα, αφού ο χρόνος έχει πια σταματήσει να μετράει.


The soft boys - only the stones remain

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Νεκρός χρόνος



«Νέο σινεμά απ’ όλο τον κόσμο». Κάθε Σάββατο τα μεσάνυχτα η ΕΤ1 μας υπόσχεται «ταινίες που μας ταξιδεύουν». Το περασμένο Σάββατο προβλήθηκε στα πλαίσια της εν λόγω ενότητας μια ταινία από τη Σκωτία, της Λυν Ράμσεϋ, παραγωγής 2002, τιτλοφορούμενη «Morvern Callar» – είναι αυτό το όνομα της νεαρής κοπέλας, η οποία είναι και ο κεντρικός χαρακτήρας του φιλμ. «Πόσο μακριά μπορεί να σε ταξιδέψει μια ταινία;», διερωτάται ο εκφωνητής στο τρέιλερ που προαναγγέλλει τη σειρά ταινιών για το μήνα Οκτώβριο· ερώτημα ασφαλώς ρητορικό, όπως καταδεικνύεται από το γεγονός ότι η ταινία προβάλλεται στην ελληνική τηλεόραση με τον καταφανώς ατυχή, όσο και κοινότυπο, τίτλο «Η ζωή, ένα ταξίδι». Το κοινό, όπως η Λάνα, η συνοδοιπόρος της Μόρβερν που, όμως, δυσανασχετεί καλούμενη να την ακολουθήσει στην περιπλάνηση σε κάποιο ερημικό τοπίο της νότιας Ισπανίας, κρίνεται –παρόλο που παροτρύνεται να «ταξιδέψει» στα πέρατα της Γής–, προφανώς, εκ προοιμίου απρόθυμο να αποδεχθεί, να «καταπιεί» κάτι τόσο μακρινό όσο ένα ανοίκειο σκωτσέζικο όνομα. Όνομα ασυνήθιστο όσο και η ιστορία που ο συγγραφέας του ομώνυμου μυθιστορήματος, Άλαν Γουόρνερ, στο οποίο η ταινία βασίζεται –και το οποίο δεν έχω διαβάσει–, διηγείται. Και δεν πρόκειται εδώ βέβαια για κανένα αριστούργημα της 7ης τέχνης, έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που αισθάνομαι πως οφείλει της αρετές της στο πρωτογενές υλικό, το οποίο ίσως και να μην αξιοποιεί στο έπακρο – αλλά ίσως πάλι και να κάνω λάθος, ίσως να είναι το κινηματογραφικό έργο που αναδεικνύει αδιόρατες πτυχές του λογοτεχνικού. Όπως και να ΄χει, γράφω γι΄ αυτό το φιλμ, επειδή παρουσιάζει για μένα ενδιαφέρον, επειδή τα όσα πραγματεύεται είναι ζητήματα που, το γνωρίζετε, με συγκινούν. Όταν η Μόρβερν, για μια ακόμα φορά αναχωρώντας, της ζητά να την ακολουθήσει, η Λάνα αρνείται αποφαινόμενη: «είμαι ικανοποιημένη εδώ· παντού είναι το ίδιο, οι άνθρωποι είναι το ίδιο».

Τι ακριβώς είναι το ίδιο; Το χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι το ίδιο, οι γιορτές ακριβώς οι ίδιες παντού· η κατάθλιψη των εορτών η ίδια. Αλλά η Μόρβερν κάτω από το δικό της έλατο βρίσκει αφημένο ένα ασυνήθιστο δώρο· το πτώμα του αυτόχειρα συντρόφου της. Και είναι η αντιμετώπιση της απέναντι στη συγκυρία η πλέον αλλόκοτη. Δεν αποκαλύπτει το γεγονός· αφήνει το πτώμα κάτω από το ημίφως το προερχόμενο από τα χριστουγεννιάτικά λαμπιόνια, τα οποία, σαν παλιομοδίτική επιγραφή νέον σε κατάστημα τη νύχτα που φωτίζει το εμπόρευμα στις προθήκες, αναβοσβήνουν μονότονα· ή όπως ένας φάρος, του οποίου όμως η ένδειξη δεν υπήρξε αρκετή για να αποτρέψει το ναυάγιο, ως απόρροια του οποίου το πτώμα ενός αγνώστου τώρα ξεβράζεται στην ακτή. Ώσπου λαμβάνοντας όλες τις προφυλάξεις, με τη μεθοδικότητα που γεννά η αποστασιοποίηση, τεμαχίζει το πτώμα το τοποθετημένο πλέον στη μπανιέρα, βυθισμένο σε μια θάλασσα από παγάκια. Στο διάστημα που μεσολαβεί προχωρεί στην προγραμματισμένη της έξοδο που περιλαμβάνει το «ξεσάλωμα» έως το πρωί υπό τους ήχους ξέφρενης μουσικής, μια ευκαιριακή σεξουαλική συνεύρεση· όλα λαμβάνουν χώρα ενώ τελεί υπό την επήρεια ποικίλων ουσιών.

Διακρίνεται ίσως το κληροδότημα του «Trainspotting» στο Βρετανικό κινηματογράφο. Κι εδώ η (αντι)ηρωίδα φεύγει μόνο με μια βαλίτσα που, όμως, δεν περιέχει χρήματα, αλλά τους δίσκους του εκλιπόντος – κοινό σημείο, επίσης, η χρήση της μουσικής, που, αν και της αρεσκείας μου (Stereolab, Can), κάνει ενίοτε την ταινία να εμφιλοχωρεί προς μια αισθητική σχεδόν βιντεοκλιπίστική. Εκείνη η ταινία, επίσης διαδραματιζόμενη στη Σκωτία, είχε κατορθώσει να διατηρήσει τον πρωτότυπο τίτλο της, ο «εξωτισμός» του οποίου έφερε την «αύρα» του «cool», καθώς ήταν αυτός εμβαπτισμένος, «βουτηγμένος» στο κοκτλέιλ της δέουσας για την εποχή αποστασιοποίησης (detachment), του αχαλίνωτου κυνισμού των 90’s του «pulp fiction» και των διαφημίσεων οινοπνευματωδών, όπως το πτώμα του αυτόχειρα στον πάγο. On the rocks

Το ότι η εποχή εκείνη του θριαμβεύοντος ατομικισμού, με το κινηματογραφικό είδωλο της που αντικατοπτριζόταν στην επιφάνεια μιας λίμνης σχηματισμένης ως απόρροια της διαρκούς αιμορραγίας –αυτής του στυλιζαρισμένου λουτρού αίματος των ταινιών του Ταραντίνο, όπου οι σωροί των σορών συνεχώς πλήθαιναν υπό το καθεστώς μιας περιρρέουσας επευφημούμενης αδιαφορίας που είχε πλέον γίνει «καθώς πρέπει» –, υπήρξε αυτοκτονική είναι πρόδηλο. Αποτυπώνεται στην επιζητούμενη «φυγή» από πλευράς της Μόρβερν –με το όνομα που, προφανώς ηθελημένα, παραπέμπει συνειρμικά στη μακάβρια λατινική ρίζα– μπροστά στο γεγονός του θανάτου. Η εξαφάνιση του πτώματος, το ξόδεμα των χρημάτων που ο εκλιπών της αφήνει, η απαλοιφή του ονόματος του από το μυθιστόρημα του που η ίδια οικειοποιείται, δεν συνιστούν προϊόν άκρατου κυνισμού, αλλά, χειρότερα, καταμαρτυρούν μιαν απαράμιλλη αδυναμία –αδυναμία η οποία μάταια πασχίζεται να υπερκεραστεί, αλλά αντίθετα φαίνεται να αυξάνει, διαμέσου της συστηματικής έκθεσης στη θέα μιας ακατάπαυστης αιματοχυσίας, στυγερών δολοφονιών, και παράλληλα με αυτήν– του υποκειμένου, όχι απλά να συμφιλιωθεί με τη συνθήκη της θνητότητας, αλλά να επιδείξει έστω απέναντι της στοιχειώδη κατανόηση. Αυτή η, ούτως ή άλλως ασύλληπτη, αδιανόητη για την ψυχή, πραγματικότητα πλέον απωθείται εντελώς, συγκαλύπτεται, απιθώνεται σε έναν ρηχό πρόχειρο τάφο. Τα κόκκαλα θα ασπρίσουν στον ήλιο.

Ενσαρκώνει η Μόρβερν έναν τύπο ατόμου, αποτελών δημιούργημα μιας κοινωνίας στην οποία από τη δεδομένη αδυναμία της ψυχής να συλλάβει πως οτιδήποτε υπήρξε πριν από αυτήν και θα εξακολουθήσει να υπάρχει μετά από αυτήν, την αδυναμία της να αποδεχθεί το θάνατο της, συντελείται μια οπισθοχώρηση ως συνέπεια της κρίσης της διαδικασίας εκκοινωνισμού, η οποία θα αποσκοπούσε στον μερικό απεγκλωβισμό, την ανάσυρση από αυτό το αβυθομέτρητο, αυτού που θα γινόταν το κοινωνικό άτομο, έχουσα ως επακόλουθο το να οδηγούμεθα στην οχύρωση πίσω από μιαν άρνηση ριζική η οποία πλέον προβάλλεται απέναντι στο θάνατο. Αυτή η ριζική εξωτερικότητα, με την οποία οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες αντιμετωπίζουν την συνθήκη της θνητότητας, θυμίζει την περίπτωση ενός Καναδού σκιέρ, η οποία είδε, όπως κι εκείνος, το φώς της δημοσιότητας, αφού τα σωστικά συνεργεία, σκάβοντας ,απεγκλώβισαν τον άνδρα που είχε καταπλακωθεί από τον όγκο του χιονιού, έχοντας προηγούμενα παρασυρθεί από μια χιονοστιβάδα, μόνο για να διαπιστωθεί πως εξακολουθούσε μέσα στον παραλίγο παγωμένο τάφο του, κρατώντας σφιχτά την κάμερα του, όπως ένας νεογέννητο βρέφος που γαντζώνεται από το στήθος της μάνας του, αγκυροβολεί σε αυτό, απτόητος να καταγράφει τη διάσωση του, γλιτώνοντας τον εαυτό του από τη βίωση μιας εμπειρίας δυσάρεστης, τις οδύνες που συνοδεύουν το χωρισμό ενός ιδιότυπου, ψυχρού τοκετού.

Η Μόρβερν και η Λάνα βαδίζουν σε έναν παγωμένο δρόμο, σε ένα χιονισμένο τοπίο. Μόλις έχει ξημερώσει και επιστρέφουν από το πάρτι που διήρκεσε μέχρι πρωίας. Η μέρα και η νύχτα πια δεν έχουν σημασία· η διαδοχή τους είναι αδιάφορη, ως θεσμοί έχουν απολέσει το κύρος τους. Οι δύο φίλες οδεύουν προς το σπίτι της γιαγιάς της Λάνα. Στο κατώφλι θα τής ευχηθούν «καλή Πρωτοχρονιά» –«μα νόμιζα πως είχαμε Χριστούγεννα», θα αποκριθεί. Δεν έχει σημασία, τα ορόσημα, βάσει των οποίων ο θεσμισμένος χρόνος ρυθμούται, χλευάζονται. Όπως και η γηραλέα γυναίκα· περιπαίζοντας την αθώα, δηλώνουν την απαξία τους για το παρελθόν και το μέλλον που σε αυτήν προσωποποιούνται: Την πρόσφατη, βιωμένη, ιστορία· το επερχόμενο γήρας· το θάνατο. Αν ο θάνατος τεχνηέντως συγκαλύπτεται, κάθε υπόμνηση του αποφεύγεται, «ξορκίζεται», ακόμη και όσοι «αγγίζονται» από αυτόν μπορούν και υποκρίνονται πως πρόκειται για κάτι που δεν τους αφορά, πρόκειται για κάποιον άλλον, περιερχόμενοι σε μια κατάσταση αντίστοιχη της εμπειρίας όσων, αισθανόμενοι το τέλος τους να πλησιάζει, περιγράφουν πως «εξήλθαν» από το σώμα τους και είδαν τον εαυτό τους να απομακρύνεται –«an out-of-body experience»–, είναι επειδή ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν της κοινωνίας βιώνεται είναι ένας τρόπος ριζικά εξωτερικός.

Αφού ο χρόνος καταλύεται, διέξοδος εις μάτην αναζητείται στο χώρο. Οι δύο εργαζόμενες σε σούπερ-μάρκετ επιζητούν να αποδράσουν, αναχωρώντας για το θερμό κλίμα ενός θερέτρου της Μεσογείου – τουριστικό φέρετρο, όπως κάποιος είπε. Ίδιο, πανομοιότυπο με όλα τα άλλα, όπου κανείς μπορεί να συναντήσει νεαρούς και νεαρές της γνωστής ηλικιακής ομάδας «18-30», εκ Βρετανίας ορμώμενους και ορμώμενες κατά κανόνα. Ανθρώπους απασχολούμενους σε ανούσιες «απανθρωποποιητικές» δουλειές, που θα «ξεφαντώσουν» με το συνήθη τρόπο. Τις ηρωίδες μας που μόλις αφίχθησαν, δίχως όμως να φτάσουν πουθενά, και προκειμένου να υπογραμμισθεί αυτή η διάχυτη αίσθηση της ανεστιότητας, θα καλωσορίσει, επισκεπτόμενος το δωμάτιο όπου καταλύουν, ένας υπάλληλος του ξενοδοχείου, διαβάζοντας για πολλοστή φορά, όντας επιφορτισμένος με αυτό το καθήκον, ένα τυποποιημένο μήνυμα· αδυνατώντας να προφέρει το όνομα: «Μ-ό-ρ-β-ε-ρ-ν»· μια εξατομικευμένη, «προσωπική» υποδοχή σε ένα απρόσωπο ξενοδοχειακό μεγαθήριο, καθόλα αφιλόξενο, με δωμάτια λες και βγήκαν με φωτοτυπία, που στεγάζουν, απαράλλακτα και δυσδιάστατα, ένα παρόν αποστεωμένο.

Αφού η διάσταση του χρόνου εκλείπει, τα υποκείμενα κινούνται ως πιόνια στη ρηχή επιφάνεια ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού. Όπως στο φιδάκι, δέσμια των ζαριών, ανεβοκατεβαίνουν, παλινδρομούν, μετατοπίζονται ακατάπαυστα με την αφετηρία σαφώς προκαθορισμένη, και την κατάληξη προδιαγεγραμμένη· όλες τις μεταξύ τους στάσεις, τα σημεία που διαδέχονται το ένα το άλλο, όλα ίδια, την πορεία που μέλλει να ακολουθηθεί, προαποφασισμένη, αναπόδραστη, παρά την υπερκινητικότητα. Η «τύχη» εδώ δεν θα ευνοήσει καμία τυχαία συνάντηση, μιας και δεν πρόκειται περί αυτής αλλά για τους «νόμους των πιθανοτήτων» που διέπουν την αναρρίχηση και την κατακρήμνιση.

Η Μόρβερν ξεσηκώνει τη Λάνα από το δωμάτιο του ξενοδοχείου. Τις βρίσκουμε τώρα σε ένα ταξί· ανηφορίζει έναν χωματόδρομο που σαν φίδι ξετυλίγεται σε μια άγονη πλαγιά. Από απόσταση διακρίνουμε το όχημα να αφικνείται σε ένα σημείο καμπής. Προσεγγίζοντας την κεφαλή ξάφνου εξαφανίζεται. Είμαστε τώρα μέσα στο αμάξι, ο οδηγός είναι πια ένας τσιγγάνος με ιδιόρρυθμη αμφίεση, δίχως καλούς τρόπους. Το αυτοκίνητο εγκλωβίζεται συναντώντας μια πομπή που ξεπήδησε από το πουθενά, εισερχόμενο σε έναν παραδοσιακό ορεινό οικισμό· μια πομπή από ανθρώπους με παραδοσιακές ενδυμασίες. Οι επιβάτιδες εγκαταλείπουν το αμάξι, χάνουν η μια την άλλη, παρασύρονται από το πλήθος, χάνονται μέσα σε αυτό, η μια εξ αυτών, η Λάνα, χάνει τις αποσκευές της. Μια γιορτή αληθινή, μια ιεροτελεστία αυθεντική μοιάζει να λαμβάνει χώρα σε ένα σημείο του κόσμου όπου όλα συνυποδηλώνουν ότι έχει παραμείνει ανέγγιχτο και ξεχασμένο. Η αλληλουχία των γεγονότων δεν πείθει, φαντάζει παράταιρη, «ξεκάρφωτη», μέσα στην όλη πλοκή, όπως οι δυο νεαρές γυναίκες αδυνατούν να συνδεθούν με όσα δρώμενα εκτυλίσσονται γύρω τους. Απέναντι σε αυτή την ροή των ανθρώπων που μοιάζει να πηγάζει από ένα απροσδιόριστο παρελθόν είναι απόλυτα ξένες· ο χείμαρρος τις ξεβράζει στο ερημικό τοπίο της αρχής. Μια κοινωνία αποξενωμένη από το παρελθόν της επιφυλάσσει στα άτομα την έρημο ενός παρόντος με πολύ ξηρασία.

Η απουσία μιας γόνιμης σχέσης με το παρελθόν αποκλείει και την προοπτική ενός καταξιωμένου μέλλοντος. Η Μόρβερν παρουσιάζεται από το συγγραφέα του μυθιστορήματος από την πρώτη στιγμή να οραματίζεται τη «νέα της ζωή», όντας πεπεισμένη πως το δραματικό γεγονός θα αποτελέσει την απαρχή αυτής. Απαλείφει επιμελώς κάθε ίχνος του φίλου της, τον οποίον κανείς ποτέ δεν θα αναζητήσει, σαν ποτέ να μην υπήρξε· κάθε ίχνος του παρελθόντος. Γίνεται γι’ αυτή της την αποφασιστικότητα ηρωίδα. Ανάγεται σε υπόδειγμα, αφού, «κοιτώντας μπροστά» –αν και πορευόμενη δίχως προσανατολισμό–, διέρχεται από το κομβικό σημείο, όπου η ιδεολογία των «εκπομπών κοινωνικού προβληματισμού» της περιώνυμης μεσημβρινής ζώνης τέμνεται από την παράλληλο της υπερσύγχρονης γλώσσας των επαγγελματιών της πολιτικής. Οι τελευταίοι καταγγέλλοντας τις «αντιλήψεις που μας καθηλώνουν στο χθες», υπερθεματίζοντας, καθώς επισημαίνουν την ανάγκη «να πορευθούμε στο αύριο», εξυπονοώντας, συγκατανεύοντας ως προς το ότι η μόνη δυνατή σχέση με το παρελθόν συνίσταται στην στείρα προσκόλληση σε αυτό, ομονοούν εν τέλει, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η όποια ρεαλιστική βλέψη για το μέλλον οφείλει ασφαλώς να περιοριστεί στα οικογενειακά σχέδια για τις πολυαναμενόμενες τριήμερες «αποδράσεις».

Το μυθιστόρημα απολαμβάνει «cult status»· η Μόρβερν χαίρει του σεβασμού μιας σέχτας οπαδών. Αυτή η εφήμερη αναγνώρισή από πλευράς ενός θραύσματος είναι η μόνη της οποίας μπορεί κανείς να τύχει σήμερα. Η Μόρβερν αδιαφορεί, όπως είναι επόμενο, για την υστεροφημία. Δεν έχει προνοήσει για τη στιγμή όπου άνθρωποι του εκδοτικού οίκου την ρωτούν για την μελλοντική της δουλειά, πολλώ δε μάλλον δεν κόπτεται για την υστεροφημία, τη μετά θάνατον αναγνώριση, που στερεί από τον αυτόχειρα. Πως θα μπορούσε άλλωστε; Η επιδίωξη της «αθανασίας» επ’ ουδενί δεν συνάδει με όσα προσπάθησα να καταδείξω. Σκοτώνοντας το χρόνο. Η Μόρβερν ετοιμάζεται να αναχωρήσει και πάλι. Έχοντας σφετεριστεί το έργο του συντρόφου της, βρισκόμενη εις αναζήτηση μιας αυθεντικής εμπειρίας, ενώ ζει σε μιαν απάτη, τη στιγμή που εγκαταλείπει το διαμέρισμα, κλειδώνει την πόρτα, πετώντας εν συνεχεία τα κλειδιά μέσα από την υποδοχή για την αλληλογραφία, ενώ φαινομενικά δηλώνει πως αφήνει αμετάκλητα τα πάντα πίσω, στην πραγματικότητα αγκυροβολεί.

Πίσω στο θέρετρο του ισπανικού Νότου, στην επικράτεια του διαρκούς παρόντος, τα διαστήματα, οι «μερίδες» στις οποίες ο χρόνος τεμαχίζεται, προκειμένου να χωρέσει στα πακέτα των τουριστικών πρακτόρων, τα δεκαήμερα, τα 15ήμερα ανακυκλώνονται αενάως, διατάσσονται το ένα πλάι στο άλλο, πολλαπλασιαζόμενα στα πρότυπα των άχαρων, πανομοιότυπων δωματίων των εκτρωματικών ξενοδοχειακών συγκροτημάτων, υποτάσσοντας το χρόνο στις ορέξεις των ασταμάτητα πηγαινοερχόμενων τουριστών, για τους οποίους ο τόπος αυτός δεν υπάρχει παρά μόνο για το διάστημα της βραχείας δικής τους διαμονής. Πιο σωστά: Για τους οποίους ο τόπος αυτός δεν υπάρχει· απλά. Στην χώρα του ζωγράφου των λιωμένων ρολογιών, οι ακτές με την ψιλή άμμο όπου περιοδικά σκάει το κύμα, οι κακτόφυτες ερημοποιημένες εκτάσεις, μοιάζουν να έχουν σχηματιστεί ακολούθως του σπασίματος μιας κλεψύδρας. Η Μόρβερν επιστρέφει στο δωμάτιο όπου βρίσκεται η Λάνα. Σκοπεύει να την πάρει και να φύγουν. Χτυπάει την πόρτα. Περιμένει να ανοίξει. Time to kill. Καθώς περιμένει περιεργάζεται αμήχανα τον τοίχο στο διάδρομο, πλάι στην πόρτα. Καθώς τον ψηλαφεί μηχανικά, ο σκασμένος σοβάς υποχωρεί· το ξέφτισμα του δημιουργεί μια μικρή ρωγμή· τα ανομολόγητο μυστικό τη συγκάλυψη, την αποσιώπηση του οποίου τα φτιασιδώματα των συνεργείων συντήρησης πασχίζουν να διασφαλίσουν, δουλεύοντας πυρετωδώς και υπό πλήρη μυστικότητα, κατά τη νεκρή τουριστικά σαιζόν –και πάλι, κάθε τουριστική σαιζόν είναι νεκρή– αποκαλύπτεται. Σε πείσμα όλων ο χρόνος εξακολουθεί να κυλάει σαν την υγρασία μέσα από τους τοίχους. Θα επανέλθω.


Stereolab - Blue milk

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Κατάπτυστη προπαγάνδα


Αγαπητοί μου αναγνώστες, είστε όπως φαίνεται, πολύ λίγοι. Έτσι το αυτοκόλλητο αυτό κάνει την εμφάνιση του στους δρόμους της Κέρκυρας, κάνοντας την εύλογη απορία να διαγράφεται στο βλέμμα των άγνωστων διαβατών, ως ελάχιστη ανταπόδοση στο επίμονο κοίταγμα του οποίου και θα καταστούν αποδέκτες. Εγκαινιάζω έτσι παράλληλα, όπως ασφαλώς θα παρατηρήσατε, μια νέα κατηγορία αναρτήσεων, υπό τον τίτλο "αιχμαλωτίζοντας τα βλέμματα" - με χρυσές αλυσιδίτσες, όπως τα ματάκια της φωτογραφίας. Φτου ξελευθερία.

Pavement - Spit on a stranger