Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Αληθινά πυρά




[Το κείμενο σε αρχείο pdf]

                Ο Νορβηγός πρωθυπουργός, πληροφορούμεθα, συχνά πηγαίνει στη δουλειά επιβαίνοντας στα δημόσια μέσα συγκοινωνίας. Οι συνεπιβάτες του, απλά, κοιτούν τη δική τους· όπως επιτάσσει η νορβηγική ευγένεια, η περίφημη διακριτικότητα, θα μείνουν ίσως να  κοιτούν επίμονα τα πόδια τους, τα παπούτσια τους, για το υπόλοιπο της σύντομης διαδρομής. Τα πόδια δεν θα σηκωθούν να χτυπήσουν το κεφάλι, το κεφάλι παραμένει σκυφτό, ούτε για να παραχωρήσουν το κάθισμα σε αυτόν που μόνο κατέχει μια καρέκλα, τον «πρώτο μεταξύ ίσων», αν και, θα δούμε, οι ιεραρχήσεις άρον άρον ανατρέπονται, τα αντικείμενα, στο πόδι, αποκαθηλώνονται, καθαιρούνται από την τάξη τους. Ο επί κεφαλής δεν κινδυνεύει από μάτιασμα, το βλέμμα, καθήλωση, είναι σαν να ‘χει καρφωθεί, έχοντας βάλει πόδι να υπακούει σε αυτό το προκαταρτικό στάδιο της θέασης, όπως το ‘βλεπε ο Φρόυντ[1], όπου η ηδονοβλεψία έχει ως αντικείμενο ένα μέρος του ιδίου σώματος. Όχι έρωτας ή μίσος, ο άλλος γίνεται πια αδιάφορος, κάθε ενδιαφέρον αποσύρεται από τον εξωτερικό κόσμο, για καλό ή κακό· αυτή η “πραότητα” που επικαλούνται όσοι βρίσκουν ακατανόητα τα ειδεχθή εγκλήματα του στυγερού δολοφόνου Breivik[2], διατεινόμενοι πως αυτή και το μακελειό είναι ασυμβίβαστα, είναι μια ειρήνευση που ως ξακουστή διαμεσολαβητική, ειρηνοποιός δύναμη έχει επιτύχει η Νορβηγία χάρη στην εσωστρέφεια. Αυτή την οποία απαράβατα συνοδεύει το ναρκισσισμό.
                Η ναρκισσιστική προσωποποίηση ως διαδικασία, η αποδυνάμωση κάθε κοινού πόλου αναφοράς, η μαζική λιποταξία από τους θεσμούς, η ραγδαία εξασθένιση, η εξαέρωση της αίγλης τους, η ρευστοποίηση, η απορύθμιση τους ώστε να προσαρμόζονται, ελαστικοποιούμενοι, διαστελλόμενοι, στις βλέψεις ενός αυτογοητευόμενου, εξυμνούμενου ατόμου που έχει ως μόνο γνώμονα τις ιδιωτικές του υποθέσεις, προάγει μια τέτοια ηδονοβλεψία διέπουσα την αντιμετώπιση που επιφυλάσσεται στην πολιτική, στα κοινά, ενδεικτική της χαλάρωσης της σχέσης με τον άλλο, με την ψυχορραγούσα πραγματικότητα. Εκφράζεται επιτακτικά το αίτημα: οι πολιτικοί να είναι επικοινωνιακοί, προσιτοί, να προσφέρουν στα αδηφάγα μάτια μια αποκαλυπτική θέα της καθημερινής ζωής τους, να παρουσιάζονται «ανθρώπινοι», να ‘ναι «απλοί», να μιλούν τη γλώσσα αυτή που ‘ναι «της εποχής» και «του κόσμου». Σε αυτή τη βλέψη ανταποκρίνεται η Αμερικανή βουλευτής Gabrielle Giffords διοργανώνοντας τις «ανοιχτές» εκδηλώσεις, τα «Congress on your corner» της, όπου σ’ ένα από αυτά στη γωνία είναι ο θάνατος εκείνος που καραδοκεί. Ένας οπλοφόρος ανοίγει αδιακρίτως πυρ με αποτέλεσμα έξι νεκρούς και πολλούς τραυματίες ανάμεσα στους παριστάμενους. Δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στις απώλειες η αξιωματούχος, δεν έχει σημασία, ο θάνατος είναι εξισωτικός. Αυτή η εξίσωση, ο «εκδημοκρατισμός» όπου εξοβελίζει, ανοιχτά και απροκάλυπτα παραπετάει σε μια τέτοια, βάζει στη γωνία τη βιωμένη εμπειρία, που είναι συνώνυμος της εξομοίωσης, της ισοπέδωσης, της απαγόρευσης, της κατάλυσης των διακρίσεων, αυτής μεταξύ πραγματικότητας και ψευδαίσθησης συμπεριλαμβανομένης, είναι θάνατος. Αυτή η «δημοσιότητα» καταρρακώνει, εν ψυχρώ “εκτελεί” το δημόσιο κόσμο των σημασιών.
                Ο Jared Lee Loughner, δράστης της αιματηρής, δολοφονικής επίθεσης, της αποτυχημένης απόπειρας κατά της ζωής της βουλευτού, ωστόσο δεν αστόχησε ως προς αυτό: Διακήρυττε, οι λέξεις δεν έχουν νόημα, «words have no meaning», ότι ο κόσμος που βλέπουμε δεν είναι αληθινός. Παρακολούθησε επανειλημμένως τις εκδηλώσεις της Giffords, αυτές τις παρωδιακές προσομοιώσεις δημόσιου διαλόγου, τις απομιμήσεις κοινωνικής λογοδοσίας, τις απατηλές συμμετοχικές διαδικασίες. Όπως περίπου ο Άρνολντ Σβατζενέγκερ –αυτός με τις τόσες συμμετοχές με ρόλους σε πάμπολλες δυσοίωνες μελλοντολογικές  παραγωγές που, αναλαμβάνοντας αυτόν τον «πολιτικό» του κυβερνήτη μιας πολιτείας εκτεινόμενης στην παραμεθόριο της πραγματικότητας, προοιώνιζε μια ακόμη δυστοπία, αυτήν της συγχώνευσης  πραγματικού και εικονικού– καλωδιωμένος στον προσομοιωτή στην Ολική Επαναφορά, ξεσπά με βιαιότητα, όντας θύμα μιας, μας βεβαιώνουν, σπάνιας ανεπιθύμητης ενέργειας, καταδικαζόμενος να μένει εγκλωβισμένος αιώνια μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Αφού το βλέμμα έπαυε να ‘ναι φονικό, οι σφαίρες ύστερα, οι ριπές ενός όπλου εν ριπή οφθαλμού, και αντ’ αυτής, διέτρησαν ή απειλούσαν τον γυάλινο –διάφανο– προστατευτικό θόλο που περιέκλειε μια καθημερινότητα σε συνθήκες ελεγχόμενες, υπό διακριτική επιτήρηση όσο και αδιάλειπτη, θραύοντας το παραπέτασμα, κάνοντας να μην υπάρχει πια υποκείμενο και αντικείμενο, να μη ξεχωρίζει μέσα και έξω. Έξω από το θερμοκήπιο ένα τοπίο αφιλόξενο, ερημικό, απλωνόταν, σεληνιακό και εξωγήινο, όπως ακριβώς το σκηνικό στα αμερικανικά προάστια, αυτά τα μικροαστικά suburbs του Tucson της Αριζόνα όπου ο δολοφόνος, χαρακτηρίζοντας προϊόν σκηνοθεσίας τα ταξίδια στο διάστημα, θιασώτης των συνωμοσιολογικών θεωριών περί στημένων αποστολών την NASA, διέμενε περιστοιχισμένος από κάκτους, άμμο και φοινικόδεντρα.
                Ο Loughner αποζητά να κοιταχτεί, να θεαθεί από ένα ξένο Εγώ. Τούτο δυσχεραίνεται στην έρημο· αποβάλλεται σαν ξένο σώμα, ο περίγυρος του αποστασιοποιείται, δεν θέλουν ούτε να τον βλέπουν, να έχουν νέα του, μαθαίνουμε από τη νεότερη ανταπόκριση που αποστέλλει το ειδησεογραφικό πρακτορείο Associated Press[3]. Ο αποσυνάγωγος δελεάζεται από την υπόσχεση της Giffords ότι θα ‘ναι αυτός που θα τεθεί στο επίκεντρο, ο ψηφοφόρος, το κοινό που θα ‘χει τον πρώτο λόγο. Της υποβάλλει μιαν ερώτηση, είναι περίπου η εξής: What is government if words have no meaning? Τι είναι κυβέρνηση αν οι λέξεις δεν έχουν νόημα. Δεν λαμβάνει καμιάν απάντηση, η «εκπρόσωπος» του απλά στέκει αμήχανα, είναι η αμηχανία την οποία προξενεί το ενδιαφέρον όταν δεν είναι τέτοιο αφηρημένο, γενικόλογο, όπως αυτό το κυμαινόμενο, νομαδικό «δημόσιο», το εξόχως ευμετάβλητο της «κοινής γνώμης»· αν τύχει να αποδειχθεί περισσότερο “εξειδικευμένο” από αυτό των ομάδων ειδικού ενδιαφέροντος, ομίλων πιέσεως, λόμπυ. Ο καταμερισμός του υπακούοντας στα πρότυπα που θεσπίζονται από τα μερίσματα των μετοχών Ανωνύμων Εταιρειών, έχοντας εκεί τη ρίζα του, αντιστοιχώντας στα interest rates, παίρνοντας την κατιούσα μαζί με το αγοραστικό ενδιαφέρον – σημειώνει κάμψη στις διεθνείς χρηματαγορές.
Ο επενδυτής φέρεται να ‘ναι θυμωμένος από την απουσία απόκρισης από πλευράς της επενδυτικού συμβούλου. Είναι οργισμένος αισθανόμενος εξαπατημένος. Επειδή επένδυσε σε μια επικοινωνιακή φούσκα. Ωστόσο αυτό το έμμονο ενδιαφέρον, τέτοιο νοσηρό που προσιδιάζει, θα άρμοζε σε ένα stalker, δεν παρεκκλίνει ως προς την ουσία του και τόσο από την απο-επένδυση, από το μονοπωλιακό που συναντήσαμε ως τώρα. Τα ευρήματα που προέκυψαν από τις έρευνες των διωκτικών αρχών, ανάμεσα σε αυτά ένα κομμάτι χαρτί με την υπογραφή του κατηγορούμενου, του βασικού ύποπτου, πλάι στο όνομα της βασικού μετόχου, το μαρτυρούν· ο Loughner διαπραγματευόταν τη συγχώνευση δύο εταιρικών κολοσσών· το ενδιαφέρον που εξεδήλωσε, τέτοιο για αγορά και διεύρυνση του κύκλου εργασιών ήταν τέτοιο για ενσωμάτωση, έφερε αυτήν ως προϋπόθεση, ρήτρα και παράλληλα αποσκοπούσε στη συναφομοίωση αυτού και της Giffords, των δύο συμβαλλομένων μερών. Μια τέτοια καταβρόχθιση –κάπως σαν την απορρόφηση μιας επιχείρησης από έναν επενδυτικό όμιλο– από την οποία διακρίνεται το στάδιο της πρωκτικής-σαδιστικής οργάνωσης, οπότε και η φθορά ή και καταστροφή του αντικείμενου της  επιθυμίας αποτελεί γεγονός αμελητέο[4]. Και εν τέλει ο στρατηγικός στόχος επετεύχθη· η “συναίρεση” των δύο διενεργήθηκε με εγγυητή τη δημοσιότητα που καλύπτει την υπόθεση, συνενώνοντας την Giffords και το Loughner με τα δεσμά της διαφάνειας που περιβάλλει, εγκολπώνεται, στεφανώνει το αποδιδόμενο από τα μέσα προφίλ του δράστη και τις λεπτομέρειες που βλέπουν το φως από τη νοσηλεία και την ανέλπιστη ανάρρωση του θύματος.
Ως αποζημίωση για τη μη απόδοση της  επένδυσης, την αγνόηση του από τη Giffords, το καθεστώς του θεάματος αναγορεύει το Loughner σε ισότιμο εταίρο, προνομιακό συνομιλητή, συνδιαλέγεται μαζί του αντικρούοντας τις θέσεις του, σαν να επρόκειτο για διαρρεόμενες  φήμες, απορριπτόμενες ως ανυπόστατες, που αποσκοπούν στο να πλήξουν την αξιοπιστία τους που παραπαίει, τις διεθνείς χρηματαγορές· σαν να χρήζουν, δηλαδή, διάψευσης, αναγνωριζόμενες ως δεινή απειλή, προσδίδοντας  κύρος σε αυτούς τους ισχυρισμούς, τους κατά τα λοιπά χαρακτηριζόμενους ως κλάδους ενός παραληρήματος. Καθώς τα παπαγαλάκια του χρηματιστηρίου της ενημέρωσης αναπαράγουν αναρίθμητα στοιχεία γύρω από την υπόθεση για να συνθέσουν ένα “υπερπραγματικό” σκηνικό εν μέσω του οποίου φέρεται να διαδραματίζεται, ένα σούπερ-ρεαλιστικό προφίλ του παράφρονα φερόμενου ως δράστη, υπεραναπληρώνουν το γιγαντιαίο, μη διαχειρίσιμο έλλειμμα αληθοφάνειας, απόρροια της μαύρης τρύπας του ενδιαφέροντος που, αποτραβούμενο, αποσυρόμενο όπως είδαμε, από τον εξωτερικό κόσμο, τέτοιο χωνευτικό, διατελεί ρόλο μιας  χοάνης εκμηδενιστικής, συμπαρασύρει τα πάντα στην απο-ουσίωση, επιφέρει τη ραγδαία από-πραγματικοποίηση τους. Αφού τα αποθέματα της πραγματικότητας τάχιστα εξανεμίζονται, οι απλουστευτικοί ισχυρισμοί του Loughner, του ασασσίνου ο οποίος διατείνεται ότι τίποτα δεν είναι πραγματικό –και άρα όλα επιτρέπονται, ακόμη και αν πρόκειται για κάτι τόσο ανήθικο όσο η μαζική απόσυρση των καταθέσεων των αποταμιευτών από τα πιστωτικά ιδρύματα–, οι εντυπώσεις που τα ψελλίσματα αυτού του πραγματικού τρομοκράτη δημιουργούν πρέπει να διασκεδαστούν, να διαψευστούν εμφατικά, καθότι ενσπείρουν τον πανικό –αν και, εκ πρώτης θα νόμιζε κανείς, πρέπει να παρακάμπτονται ως γελοίοι– όπως οι ψίθυροι που φέρνουν ρίγη στις αγορές για την ανεπάρκεια των αποθεματικών, τα πλασματικά στοιχεία που τα αφορούν, μιας τράπεζας την οποία οι κακές γλώσσες θέλουν να βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης.
Η διαφάνεια των συναλλαγών, η φαινομενική διαύγεια που τάχα κατακλύζει την υπόθεση που διαλευκαίνεται, ως συναπτόμενη δανειακή σύμβαση με το Jared Lee Loughner, οικονομικό δολοφόνο, τέτοιον πληρωμένο με το σκηνοθετικό ανέβασμα, τη χρηματοδότηση, την υλική επιχορήγηση της φαντασιοπληξίας του, τη φέρουσα για τον εμπνευστή ως τίμημα τη βίωση της σκληρής πραγματικότητας των αμερικανικών φυλακών, αντιπαραβάλλεται στη μυστικοπάθεια που οφείλει να διέπει τις συνωμοσίες τις οποίες ο δράστης καταγγέλλει. Όμως, απ’ την άλλη, η πληθώρα των απίθανων λεπτομερειών που, όπως υπαγορεύεται από τον ατέρμονο, διαρκή «εκδημοκρατισμό», εδώ των “συμβάντων”, βλέπουν το εκτυφλωτικό φως της δημοσιότητας, ρίπτοντας τάχα τέτοιο άπλετο στο εγκληματολογικό μυστήριο –ένας καταιγισμός τέτοιων απειράριθμων, το καθημερινό, το τετριμμένο επαναξιολογούμενα, αναβαθμιζόμενα, ανάκατα προσφερόμενα στο κολακευμένο, καθότι, εμμέσως, στη δική του κοινοτοπία, το ίδιο προβιβαζόμενο, φιλοθεάμον κοινό–, το δίχως άλλο θαμπώνουν, σκοτίζουν την παρουσιάζουσα σαφείς πτωτικές τάσεις διάκριση σημαντικό/ασήμαντο, της  οποίας η δυνατότητα καταποντίζεται σε έναν ωκεανό από τον παράγωγο πληροφοριακό «θόρυβο», αυτόν το “λευκό” –μ’ όλες τις συχνότητες στην ίδια ένταση, αντιστρόφως ανάλογη αυτής του πολυδιασπασμένου ενδιαφέροντος– τον οποίο ξεσηκώνει κάθε «πολύκροτη υπόθεση» και που το κάθε τι υποβιβάζεται στην δική του “κατηγορία”, επαληθεύοντας τη διαπίστωση, προς επίρρωσιν αυτής της απόφανσης του παρανοϊκού ότι οι λέξεις, τίποτα πια δεν έχει νόημα. Αν, επομένως, πληροφορούμεθα ότι ο Loughner έδινε την εικόνα ενός συνηθισμένου, κανονικού ανθρώπου, μαθαίνουμε ότι έβγαζε στα φιλήσυχα προάστια βόλτα το σκύλο του, ενώ εθεάθη να ακούει μουσική από ένα iPod, δεν είναι στο τέλος-τέλος παρά για να πεισθούμε ότι κάθε καθημερινός άνθρωπος βρίσκεται στα πρόθυρα να σαλτάρει· ενώ βαδίζει, φαινομενικά αμέριμνος και ατάραχος, κρατώντας το λουρί του κατοικίδιου του, βαστιέται μόλις και μετά βίας, είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να αποχαλινωθεί, διαρκώς ισορροπώντας σε τεντωμένο σκοινί, όντας δέσμιος στα όρια μεταξύ παράνοιας και πραγματικότητας. Όπως ο “φευγάτος” Loughner που ακούει μουσική από το δημοφιλές, pop gadget. Σε λίγο οι φωνές ανεπαίσθητα μετατοπίζονται, μεταναστεύουν· από τα ακουστικά μετεγκαθίστανται μέσα στο κεφάλι του.
Στο εσωτερικό αυτού του κεφαλιού της Gabrielle Giffords θα μπορούσε το βλήμα να παρέμενε σφηνωμένο, θα καθίστατο αδύνατο να αφαιρεθεί· καρφωμένο σαν έμμονη ιδέα θα βρισκόταν εκεί εφ’ όρου ζωής, αν και δεν οδήγησε βολίδα, ακαριαία στο βιολογικό θάνατο. Αυτός, δηλαδή ο θάνατος, στο Inception –η σύλληψη, σπορά, ρίζωμα, γέννηση μιας ιδέας– του Κριστοφερ Νόλαν κάνει, όταν παρίσταται, πληρωτέος επί τη εμφανίσει, επιδιωκόμενος ως διέξοδος κινδύνου, να καταρρέουν αυτοστιγμή τα αρχιτεκτονήματα του προκάτ ονείρου. Ο Loughner που και αυτός γοητεύεται από την τεχνική του lucid dreaming, μια μέθοδο που υπόσχεται τη χειραγώγηση, τον έλεγχο επάνω στα όνειρα αυτού που την εφαρμόζει, βρίσκει την οδό διαφυγής κλειστή· η Giffords δεν θα πεθάνει, η παρ’ ελπίδα επιβίωση της, η ανάρρωση επετεύχθη, η libido, τα αποθέματα μιας τέτοιας περισσευούμενης ναρκισσιστικής που ενδοστράφηκε, εγκαταστάθηκε στο πληγμένο όργανο, υποβοηθώντας τη. Το ξύπνημα από το βαθύ κώμα θα έπρεπε να ερμηνευθεί ως εκπροσώπηση του γεγονότος· το υποδηλώνει, έχουμε πια βυθιστεί, ανεπιστρεπτί περιέλθει σε κατάσταση in limbo, βαδίζουμε σ’ έναν ατέρμονο εφιάλτη.
Υπήρξε, εν τούτοις, το τραύμα διαμπερές. Έκριναν αρχικά οι θεράποντες ότι, έχοντας το σημείο εισόδου της πίσω στο κεφάλι, η σφαίρα εξήλθε από τον κρόταφο· κατόπιν διαπιστώθηκε πως είχε την αντίθετη φορά, ήταν το αντίστροφο εκείνο που συνέβη. Το μυαλό παίρνει στροφές, ανάποδες, ναι, στροφές ωστόσο, γρήγορες σαν υπό την απειλή κολλημένου περιστρόφου, σκανδαλίζεται η σκέψη, εκπυρσοκροτεί, η ιδέα πυροδοτείται και βάλλει ξεπηδώντας από το  πίσω μέρος του: ότι η γνωμάτευση, η αναίρεση είναι σαν τέτοια άρση των συνεπειών, των επιπτώσεων που, μπρος-πίσω, βγαίνουν απ’ τη μέση, ξεπαστρεύονται με μια τεχνική του μοντάζ. Ότι, έτσι, σε reverse motion, τα πάντα ανεστράφησαν· πως ήταν σαν να μην έγιναν, το βλήμα μπαίνει κι ύστερα βγαίνει σε αργή κίνηση.
 Βγαίνοντας από την περιπέτεια περίπου αλώβητη σαν ήρωας κινουμένων σχεδίων που στραπατσάρεται κι ύστερα, σαν ουδέποτε το παραμικρό να συνέβη, επανακάμπτει δριμύτερος με ελάχιστο κόπο, αφού έγινε πρώτα χαλκομανία, επιστρέφοντας στην προηγούμενη του φόρμα, προσλαμβάνοντας την ίδια πάντοτε μορφή, η Giffords, δείχνοντας πώς η ευλυγισία πιάνει οροφή ίσα μόλις επανεξετασθούν οι ανελαστικές δαπάνες συμβαδίζοντας με την ακαμψία τους, θέλοντας να στείλει ένα ακόμη –διπλό– «πολιτικό» μήνυμα, δηλώνοντας ότι τίποτε δεν άλλαξε, πως δεν πτοείται, επανεμφανιζόμενη για να ψηφίσει, όπως θα ‘κανε και πριν, στην ψηφοφορία του αμερικανικού κογκρέσου για τον επαναπροσδιορισμό της οροφής του δημόσιου χρέους[5], σε μια ακόμη πανηγυρική εκδήλωση γίνεται η προσωποποίηση της εξάρνησης της πραγματικότητας δια μέσου της επιζητούμενης παντελούς εξάλειψης των συνεπειών. Είτε μιλάμε γι’ αυτές της  απληστίας της «ελεύθερης αγοράς», των κερδοσκόπων της οικονομίας του καζίνο, της παράδοσης σε αυτήν με το πιστόλι στον κρόταφο ή και της ρώσικης ρουλέτας της εξίσου «ελεύθερης» ανεξέλεγκτης διάθεσης και χρήσης των όπλων[6]· ο τροχός γυρίζει, μαζί και ο μύλος του ρεβόλβερ. Καιρός μαζί με τα φουσκωμένα μυαλά, να τινάζουμε τη μπάνκα στον αέρα. Είναι καιρός βέβαια που η πολιτική, οι πολιτικοί αυτοκτονώντας, παίρνοντας αφειδώς αέρα, έχουν συνταυτισθεί με το εταιρικό μάρκετινγκ, ο θάνατος είναι πάντοτε αργός, τραβάει σε μάκρος με μεγαλύτερη βραδύτητα από το μακρύ και βαρύ ίσκιο του· η Giffords, ως καρτουνίστικη μασκότ, σαν ένας Ρόναλντ Μακντόναλντ που εμφανίζεται στις φιέστες προς τέρψιν των από τέτοιες  παραχορτασμένων όπως από χάμπεργκερς, και γι’ αυτό σαν ζώα σε αιχμαλωσία αδιάφορων, καταναλωτών, απλά επισημοποιεί αυτή την αγαστή συνεργασία, τη συγχώνευση κατά την Pepsi.
Καθώς η υπερταχεία της υπερπραγματικής υπερανάπτυξης βαίνει ολοταχώς προς τον αφανισμό σφυρίζοντας αδιάφορα, υστερικά κορνάροντας, κυνηγώντας το μπιμπ-μπιμπ, βρισκόμενη στο ακριβές σημείο όπου το κογιότ, καθώς κάτω του απλώνεται το βάραθρο, εξακολουθεί, μένοντας, ωστόσο, στάσιμο, να κινεί σπασμωδικά τα πόδια μηχανικά, από κεκτημένη ταχύτητα, μόλις για ελάχιστες στιγμές, προτού κοιτάξει, μόνο για να πανικοβληθεί, κάτω, το καθεστώς της ασημαντότητας, στο παραπέντε της, κατά το προοίμιο της  έναρξης μιας ελεύθερης πτώσης πολύ πιο βίαιης από αυτή για την οποία προδιαθέτει η ανώμαλη κάθοδος των δεικτών των χρηματιστηρίων, εν όψει της επικείμενης κατακρήμνισης έχει μόνο να ελπίζει σε αυτή τη ζηλευτή υπερδύναμη των εφτάψυχων χάρτινων ηρώων, ελπίζοντας ότι θα επανεκκινηθεί, στο ίδιο πάντοτε σενάριο, διαθέτοντας αστείρευτες ζωές σαν σε βιντεοπαιχνίδι, βγαίνοντας ατσαλάκωτο, σαν αυτά, προσγειωνόμενο σε μια στοίβα από κολλαριστά χαρτονομίσματα. Τώρα, κατόπιν αυτών, γίνεται σαφές το γιατί η Giffords είναι μια ηρωίδα.

Godspeed you! black emperor - BBF3

 



[1] Βλ. Σίγκμουντ Φρόυντ, Ορμές και Ορμικά Πεπρωμένα, στο Ναρκισσισμός, Μαζοχισμός, Φετιχισμός, Επίκουρος, Αθήνα 1991.
[2] Βλ. σχετικά την αμέσως προηγούμενη ανάρτηση, Η Αλήθεια για το Διευρυμένο Δίκτυο Υποστήριξης και τους Διαφεύγοντας Συνεργούς του Νορβηγού Δολοφόνου.
[3] Justin Pritchard, Associated Press, January 9, 2011. Απ’ όπου και στην πλειονότητα τους αντλούνται τα σχετικά στοιχεία που εδώ παρατίθενται.
[4] Φρόυντ, ο. π.
[5] Βλ. εδώ σχετικό δημοσίευμα.
[6] Παρεμπιπτόντως, ας το σημειώσουμε, κατά τραγική ειρωνεία, η Giffords συντασσόταν, τουλάχιστον πριν την εναντίον της δολοφονική απόπειρα, με όσους τάσσονται υπέρ της διατήρησης της ανεμπόδιστης οπλοφορίας.

0 Κλεισίματα του ματιού: