Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Η solo πορεία προς το θάνατο







[Το κείμενο σε αρχείο pdf]

Με το Plastic Ono Band, ο John Lennon, αφήνοντας τα συντρίμμια της διαλυμένης “οικογένειας” των Beatles πίσω του, βρίσκεται ενώπιον του, να θρηνεί για το αθεράπευτο τραύμα της δικής του εγκατάλειψης ως παιδί από τον πατέρα και τη μητέρα του. Στο Mother, εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου, τέτοιο σπαρακτικό, διαπιστώνοντας, ατενίζοντας το, το δυσαναπλήρωτο κενό της δυσβάστακτης απώλειας, αναγνωρίζει ότι δεν μένει παρά μόνο αυτό, είναι υποχρεωμένος, έχει έρθει η ώρα να πει αντίο[1]. Οι αποχαιρετισμοί θα ακολουθήσουν στη συνέχεια αλλεπάλληλοι, στο I Found out και, ιδίως, εκεί, ίσως στην κορύφωση του δίσκου που προσεγγίζει το τέλος του, πριν την οριστική έξοδο, στο God[2]. Ο Lennon, να τι είναι αυτό το οποίο ανακαλύπτει, απομυθοποιεί, αποκαθηλώνει τα αλλοτινά ινδάλματα, διατρανώνει ότι δεν έχει ανάγκη κανένα, διατυμπανίζει ενός είδους “απεξάρτηση”, την απελευθέρωση του από ένα καθεστώς πλάνης, το ένα μετά το άλλο καθαιρώντας τα, καταθέτοντας πρόταση δυσπιστίας έναντι του Ιησού, των γκουρού, των ίδιων των «θρυλικών σκαθαριών». Αν ο μεγάλος τραγουδοποιός διατείνεται πως έχει δει το φως, εμείς, δίχως ουδεμία πρόθεση απαξίωσης, δικαιούμεθα να θεωρήσουμε αυτήν την περίπου μηδενιστική, συλλήβδην απόρριψη, υπό αυτό το φως των θέσεων του Σίγκμουντ Φρόυντ, ο οποίος επισημαίνει, εισηγείται την υπόθεση ότι οι ήρωες, οι αυθεντίες, οι μέντορες, τα κάθε λογίς πρότυπα δεν είναι, στην αλληλοδιαδοχή τους παρά απανωτές του, αν θέλετε, “μετενσαρκώσεις”, αναλαμβάνουν τη σκυτάλη, το ρόλο τον από αυτό διαδραματιζόμενο, διαδέχονται  το γονεϊκό ζεύγος που, ενδοβεβλημένο, συντελεί τα μέγιστα στη συγκρότηση της ηθικής συνειδήσεως, στην εμφύσηση των κοινωνικών επιταγών, της κοινωνικής κριτικής, στη διαμόρφωση των παραδειγμάτων, του ιδανικού του Εγώ προς το οποίο το τελευταίο καλείται να κατατείνει[3].
                Το άλμπουμ κλείνει με το επίσης θρηνητικό, συγκινητικό My Mummy is Dead[4]. Μια κάποια αποφώνηση· ο θάνατος είναι ότι απομένει· στο νήμα της σκέψης του Φρόυντ και πάλι ξετυλίγεται ως η έσχατη σκελετώδης ενσάρκωση, τρομερή “εκπροσώπηση” –ο ίδιος εκπροσωπούμενος, παριστανόμενος στην στερεοτυπική του απεικόνιση στην παράδοση της δυτικής τέχνης, δίχως πρόσωπο κάτω από το μανδύα του– ενός τιμωριτικού πατέρα ο οποίος θα επιβάλλει την ποινή, την αναπόδραστη καταβολή του τιμήματος που η εσωτερικευμένη ενοχή, ένα “ασυνείδητο αίσθημα” αυτής, ενίοτε σχεδόν προσμένει για το αμάρτημα της παιδικής οιδιπόδειας επιθυμίας[5]. Ο θάνατος του Θεού, όπως και αυτός του δημιουργού· ο θάνατος του καλλιτέχνη. Ο Lennon εμβληματική φυσιογνωμία των «μαγικών ‘60s», προσωπικότητα αναγνωριζόμενη ως χαρισματική, αλλά που αυτό της το χάρισμα απομειώνεται ήδη, υποβιβαζόμενο σε αυτό ενός αστέρα της ανθούσας, σφύζουσας, εύρωστης, ακμαίας και για λίγο μόνο ακόμα ευφάνταστης pop κουλτούρας, προσωποποιεί, πρεσβεύει τη μορφή του καλλιτέχνη σε μια εποχή ωστόσο θνήσκουσα. I dont believe in magic[6] – μια “απομάγευση” βρίσκεται μόλις προ των πυλών εν έτει 1970, καθώς διασχίζουμε αυτές μιας επόμενης δεκαετίας, παράλληλα διερχόμενοι μια καμπή εξαιρετικά κρίσιμη, με τη Νεωτερικότητα τελειωτικά να εκπνέει, άλλωστε ήδη ξέπνοη. Η είσοδος, η μετάβαση στο μεταμοντέρνο συμβαδίζει με τη δυσανεξία, μάλλον έκδηλη, που παρουσιάζεται έναντι των “προμηθεϊκών” φιγούρων, την εξάντληση της όποιας ανοχής, πόσω μάλλον του όποιου θαυμασμού και της αναγνώρισης, που οι κοινωνίες επεφύλασσαν σε ανθρώπους «ξεχωριστούς», άτομα ιδιαίτερα, διακρινόμενα για την εξόχως ανεπτυγμένη ευαισθησία τους που τους επέτρεπε να προσλάβουν ερεθίσματα αδιόρατα, προερχόμενα από έναν κόσμο απροσπέλαστο για τη μεγάλη πλειοψηφία, γινόμενοι πρεσβευτές του.
                Ο Lennon γίνεται τώρα πρεσβευτής της, εκφραστής τής εν λόγω μετατόπισης. Συντονίζει το βηματισμό του εν όψει της μεταπήδησης, μετατρεπόμενος σε διάμεσο του πνεύματος της εποχής, αυτής του κενού, αυτού του νοήματος του επίσης αποθανόντος πλάι στον αποκηρυγμένο, ως φορέα του, «κάτοχο» του, καλλιτέχνη, του οποίου ο ίδιος ενσαρκώνει μια μεταβατική έκφανση, αμφισβητώντας την ηγεμονία των αυθεντιών, σιγοντάροντας, γινόμενος υμνωδός του τέλους των «μεγάλων αφηγήσεων», των ιδεολογιών. Ως προς την κατάρρευση των συλλογικών οραμάτων, την καταδίκη των συνολικών προταγμάτων, o Lennon συνηγορεί· κι αν υιοθετεί επαναστατική ρητορική, διατυπώνει ανατρεπτικές βλέψεις, τέτοιες προτροπές, πρόκειται –χώρια τη περιγραφόμενη ρήξη με την έως τώρα διαγεγραμμένη πορεία του, το παρελθόν του οποίου αποτελούν τον απόηχο– για μία “προσωπική”, ατομική  επανάσταση: «Μόνο ένα αγόρι κι ένα μικρό κορίτσι, να  προσπαθούν ν’ αλλάξουν την υφήλιο ολόκληρη», ακούμε να τραγουδά, γι’ αυτόν και τη Yoko, στο Isolation[7] – αυτή η καταγγελλόμενη απομόνωση, η συνώνυμη τής αποξένωσης τής συνακόλουθης τής μαζικής λιποταξίας από τους θεσμούς με την οποία, γινόμενο ένα απλό άτομο του είδους του, συμμορφούμενο με τη συντελούμενη Μεταμόρφωση, το πρώην σκαθάρι, μεταλλασσόμενο σε ένα τέτοιο έντομο του Κάφκα, συμπορεύεται. Αποσχίζεται από το group· κυκλοφορεί τον πρώτο του προσωπικό δίσκο[8], όπου, πηγαίνοντας βήμα-βήμα με την εκτυλισσόμενη  διαδικασία προσωποποίησης, της αποσκίρτησης από το κοινωνικό σώμα τής ταυτόχρονης τής αποδυνάμωσης κάθε κοινού πόλου αναφοράς, συμπλέοντας με το πνεύμα του αεικίνητου «εκδημοκρατισμού», εδώ εννοούμενου ως ισοπέδωση, ως ο κατακερματισμός, ο κατατεμαχισμός του κοινωνικού ιστού σε ισάξια τιμάρια αποδιδόμενα για ιδιοκατοίκηση σε δήθεν αυτάρκη άτομα, μεταξύ τους «ίσα», ισοτιμία η οποία μεθερμηνεύεται, βέβαια, ως εξομοίωση, αυτοπαρατηρείται επίμονα όντας σε σύμπνοια με αυτόν το τύπο του αυτοαπορροφούμενου, αυτογοητευόμενου, περιχαρακωμένου στην ιδιωτική του περίπτωση, ατόμου της εποχής.
                «Love is free, free is love», δηλώνεται, μεταξύ άλλων, στους στίχους του Love, βέβαια. Αλλά, το όνειρο τελείωσε –the dream is over[9]–,  εδώ μιλάμε πια για μια ελευθερία ατομική, τον ελεύθερο έρωτα ακολουθεί η υποχώρηση, το αποτράβηγμα, η απόσυρση, ο ατομικισμός, η ιδιωτικοποίηση. Αυτό που φαντάζει εκ πρώτης ως αντίφαση είναι, εν τούτοις, τέτοια μόνο φαινομενική. Είναι η αγάπη που μετατρέπεται σε μίσος. Διότι οι εμφανιζόμενες ως αντιθετικές εκδηλώσεις εκκινούν από την ίδια αφετηρία, έχουν κοινές καταβολές· έτσι ώστε ο πόθος για την επάνοδο σε μια πρωταρχική κατάσταση απόλυτης συνταύτισης όπου το υποκείμενο είναι τα πάντα αμετάβατα, η επιθυμία για συνένωση της ανθρωπότητας σε ένα σώμα, αντανακλώμενη στην επανάσταση των ηθών, τη σεξουαλική απελευθέρωση, αποτυπωνόμενη στα ρεύματα της αντικουλτούρας της δεκαετίας του ’60, στο αίτημα για παγκόσμια ειρήνη, αν αρχικά παρουσιάζεται ως μια διάθεση κατάποσης, εγκόλπωσης, ενσωμάτωσης της πραγματικότητας υπό την κυριαρχία αυτής, προσαρμοζόμενης στις “προδιαγραφές”, τη θέληση τη συνυφασμένη με την Αρχή της ηδονής, μεταπίπτει εν συνεχεία –η ίδια τάση πάντα η εκπορευόμενη, η υπακούουσα στον “αυτιστικό” πόλο της ψυχής που αναπολεί την προαναφερθείσα “ολιστική”, ας την πούμε πρωτοκατάσταση–, συνακολούθως της παταγώδους, οικτρής, οδυνηρής  διάψευσης, στη διάθεση για αποκλεισμό όλων εκείνων των ανεξάντλητων πτυχών του πραγματικού του έμμονα ανθιστάμενου στην ορμή της, έναν τέτοιο σύμφυτο με το ναρκισσισμό· καταφεύγει στην περιχαράκωση, την εξάρνηση της Αρχής της πραγματικότητας συμβιβασμένη με την ψευδοηδονιστική κουλτούρα, τον κυνισμό του μεταμοντέρνου ατομικισμού και τις καταναλωτικές τεχνητές επίπλαστες ψυχαναγκαστικές απολαύσεις που κατέχουν τη θέση, το χαρακτήρα υποκατάστατου.
 Έργα οχυρωματικά, από τον έρωτα, κατευθείαν, βρισκόμαστε πια σε πόλεμο. Στις ακατάπαυστες εχθροπραξίες, βιαιότητες είναι τούτος ο αντίπαλος, αυτοεπιφερόμενα πλήγματα και συνάμα αυτοερωτισμός, η επιθυμία, βαίνουσα διαρκώς ματαιούμενη, αναβεβλημένη, μετατιθέμενη από το ένα εμπόρευμα στο επόμενο, έχει ως απότοκο της, απορρέει σε αυτήν την εμμονή του σύγχρονου ατόμου που πασχίζει εναγώνια να ανταποκριθεί στην επιταγή «να είναι ο εαυτός του», εν είδει, αναμφίβολα, μιας υπεραναπλήρωσης. Ένας τέτοιος που διαρκώς ξεγλιστρά, διαφεύγει, υπό την πίεση του προστάγματος, του στρατιωτικού παραγγέλματος για «αυτοπραγμάτωση», φυγομαχώντας, καταθέτοντας τα όπλα σε μια αναμέτρηση, εσωτερική σύρραξη όπου η τελική της έκβαση βεβαίως είναι προδιαγεγραμμένη, υπό το καθεστώς του αδιάλειπτου άγχους για την αξιοποίηση των υποτιθέμενων παρεχόμενων «ελεύθερων» επιλογών, όντας δέσμιος της επιτακτικής προτροπής για άρση στο ύψος των εκάστοτε προσδοκιών και των περιστάσεων. Σκιαμαχίες, δεν είναι κανείς εν τέλει παρά μια τέτοια σκιά του εαυτού του, εύκαμπτη, ευμετάβλητη και ελαστική· να ξεφεύγει ελισσόμενη σαν αυτή του Πήτερ Παν.
                Παν-παν! αφού φτάσαμε στο παιχνίδισμα της αιώνιας παιδικότητας, ιδού, η σκιά και πάλι του θανάτου: Αυτόκλητος υπερασπιστής της, αυτοχρισμένος  θεματοφύλακας της παιδικής αθωότητας ο δολοφόνος του Lennon, Mark David Chapman, ως αυτοσχέδιος Holden Caulfield[10], καταγγέλλοντας την υποκρισία, προσάπτει στο θύμα του ότι είναι «fake». Επειδή, λέει, ο Lennon κοροϊδεύει, μιλώντας όπως μιλάει, ενώ ο ίδιος διαθέτει αμύθητη περιουσία[11]. Αλλά εκείνο που, τελικά, παραμένει αμύθητο, δηλαδή άρρητο, αυτό που τεχνηέντως παρασιωπάται είναι το ίδιο που, απλά –με αυτήν την απλότητα η οποία διατρέχει όλο το Plastic Ono Band μαζί με τη μελαγχολία και το πένθος, συνάδοντας με αυτό το τελευταίο–, ομολογεί ο Lennon και συστηματικά παραγνωρίζεται ως και σήμερα, στο Isolation για μια ακόμη φορά: Ο κόσμος νομίζει ότι έχουμε πιάσει την καλή, δεν γνωρίζουν πόσο είμαστε φοβισμένοι; Απομόνωση[12]. Γιατί αν  έχει στην ιδιοκτησία του ο Lennon επαύλεις τούτο δεν αντισταθμίζει την καταδίκη του να διασχίζει τους έρημους διαδρόμους τους, η παρεχόμενη αποζημίωση, για το ότι, ανάμεσα σε άλλα, εξακολουθεί να μην έχει σπίτι[13], για το ότι απαριθμεί όλους και όλα εκείνα στα οποία δεν  πιστεύει για να καταλήξει να πει, αφού η μουσική πάψει, ασυνόδευτος μιας και έχει σιγήσει, μόνος, I just believe in me[14], είναι τέτοια, το δίχως άλλο, συζητήσιμης αξίας, ανυπολόγιστα, απείρως ανεπαρκής. Ο οραματιστής, ιδεαλιστής, περιστοιχισμένος από τα εν αφθονία του υπάρχοντα δεν είναι, όπως του καταλογίζεται, δήθεν, «phony», τουναντίον, η σε όλους τους τόνους διακηρυττόμενη αποτίναξη των δοξασιών λιγότερο ηχεί ως θριαμβολογία και είναι μια αποπνεόμενη αίσθηση μελαγχολίας εκείνη που υπερισχύει, η οδύνη για τη ματαίωση· έστω και αν η απομυθοποιητική προσγείωση, προβάλλεται ως επίτευγμα, “αυτονομία”, αποδέσμευση, εν τέλει αποκαλύπτεται ως ανάγκη, επιβεβλημένη – we just have to carry on και thats reality· ο ίδιος αποτελεί μια τραγική φιγούρα, προσωποποιώντας, αντικατοπτρίζοντας με τη ζωή και το έργο του την κατάπτωση, το ξεθώριασμά της· καθίσταται ο αυθεντικός του εκφραστής, διαισθανόμενος αυτό, περίπου διεκτραγωδώντας το ξέφτισμα της εποχής, την παρακμή, ο συνθέτης του πικρού απολογισμού της· αν διαθέτει δισεκατομμύρια είναι επειδή επωμίζεται το θλιβερό καθήκον να «κάνει ταμείο».
 Ο Lennon είναι ένα παράδειγμα· Look at Me, παροτρύνει στο ομώνυμο τραγούδι, διερωτώμενος: Who am I?, «ποιος είμαι;». Κανείς πλην εμού δεν ξέρει[15], αποφαίνεται. Ο ίδιος, ωστόσο, αμφιταλαντεύεται, παρουσιαζόμενος, αυτοσυστηνόμενος, διαγράφοντας στροφές 180 μοιρών καθώς γυρίζει ο δίσκος, πότε σαν ανυπεράσπιστο, απροστάτευτο παιδί, άλλοτε περίπου ως Μεσσίας, μόνο για να συνταχθεί με το διχασμό, την αμφιθυμία που πρέπει στη εποχή, την κυκλοθυμία που τη διακρίνει, είπαμε, ως αληθινός εκπρόσωπος της, θέλοντας και μη επιστρατευμένος  στην υπηρεσία της –what can I do for you? [16]–, αντιφάσκοντας, όντας ανακόλουθος ως προς την ίδια τη σύμπλευση του με αυτή για να καταδείξει εναργέστερα τους δεσμούς των αντινομιών που αναπόφευκτα μαζί της τον συνδέουν, τον κάνουν κοινωνό, φορέα του διχασμού που τη διακρίνει και είναι και δικός του. Κάποιου προσώπου που δεν μπορεί να μείνει απρόσβλητο, αδυνατεί να βγει αλώβητο, πώς θα μπορούσε, από το ανερμάτιστο των καιρών που επιτείνει η ψυχολογικοποίηση, η κακοποίηση, η διαστρέβλωση της ψυχανάλυσης, προβάλλουσα απατηλά ως θεραπεία, στην οποία ο Lennon ενδίδει, όχι μόνο γινόμενος αυτοαναφορικός –με τις νύξεις στη σταδιοδρομία του να διατρέχουν το άλμπουμ, να βρίσκονται διάσπαρτες σε αρκετά από τα τραγούδια–, όπως είπαμε, αυτοεξεταζόμενος, αλλά και κουραρισμένος από τον Arthur Janov και τις άναρθρες New Age κραυγές του[17].
                I was the Walrus, but now I’m just John. Στην πορεία προς την εις μάτην αποζητούμενη αυτογνωσία ο Lennon αφαιρεί το ένα μετά το άλλο τα προσωπεία, απεκδύεται των ιδιοτήτων και των φαντασιακών ταυτοτήτων. Αντιθέτως ο δολοφόνος του, ταλανιζόμενος από την παντελή απουσία προσανατολισμού, κλυδωνιζόμενος από το υπαρξιακό κενό, παρενέργεια της εποχής, όντας ο προπομπός του παροξυσμού που αναμένεται να πλήξει το αποσταθεροποιημένο άτομο που της προσιδιάζει, νιώθοντας ο ίδιος μια αποτυχία, εφευρίσκει μιαν ανατεθειμένη στον ίδιο υψηλή αποστολή, υιοθετεί, ενδύεται αυτόν τον μανδύα του «Φύλακα στη Σίκαλη». Εν αντιθέσει με το Lennon, ο ίδιος έζησε στους κόλπους μιας οικογένειας, της οποίας ο πατέρας φέρεται, σύμφωνα με τις μαρτυρίες του δολοφόνου, να συμπεριφέρεται βάναυσα, να βιαιοπραγεί σε βάρος του ιδίου και της μητέρας του. Ο Mark David Chapman δεν αποχωρίζεται ποτέ, φέρει διαρκώς μαζί του τον πατέρα του, κουβαλώντας τον στο δεύτερο συνθετικό του ονοματεπωνύμου του. Ο Chapman δεν είναι άθεος αλλά βαθιά θρησκευόμενος, προσβεβλημένος από τις “βλασφημίες” του Lennon στο God, το περιλαμβανόμενο στο Plastic Ono Band, το οποίο και ακούει, ομολογεί, ξανά και ξανά την περίοδο που προηγείται της δολοφονικής επίθεσης. Ταυτίζεται νοσηρά με το θύμα του ως αυθεντικός stalker, σε σημείο που μεταμορφώνεται σε αυτόν, εν τέλει υποδύεται έναν Lennon αυτόχειρα· δίνει σε αυτό υλική υπόσταση, προσφέρει σάρκα και οστά,  καταλαμβάνεται από το αυτοκαταστροφικό πνεύμα του αυτοεκθρονιζόμενου alter ego, τού κατοικοεδρεύοντος στο εν λόγω άλμπουμ που, ως τρομερό σκαθάρι, τέτοιο έντομο αποτρόπαιο, διαισθάνεται τη δυσανασχέτηση, τη δυσφορία που η πληθωρική του παρουσία προκαλεί, υποκινείται από αυτήν, συναισθάνεται την ευθύνη, πεθαίνοντας, να απαλλάξει την ανθρωπότητα και από την τελευταία μετάλλαξη του ανεπιθύμητου εμβληματικού καλλιτέχνη. Ο Chapman, ύστερα επέμενε, δεν είχε συναίσθηση του ότι ο Lennon ήταν άνθρωπος. Αντί για «φύλακας» γίνεται θήτης, σπρώχνει στο βάραθρο την ήδη κατακρυμνιζόμενη αθωότητα· ό, τι απέμενε από την εποχή αυτής.
                Βρισκόμαστε πια στα 1980. Ο μόλις εκλεγμένος ως πρόεδρος των Ηνωμένων πολιτειών, τελώντας ακόμη εν αναμονή της επίσημης ανάληψης των καθηκόντων του, Ronald Reagan, σε επίπεδο πολιτική ηγεσίας, θα εκφράσει με επίσημες δηλώσεις του τη λύπη και τον αποτροπιασμό του για τον άδικο χαμό του καλλιτέχνου, κάνοντας παράλληλα ιδιαίτερη μνεία στην ανάγκη να παταχθεί το έγκλημα και η ανομία στους δρόμους της Ν. Υόρκης[18] – το γεγονός, παρεμπιπτόντως, δεν μπορεί, λέει, βέβαια, να αποτελέσει επιχείρημα υπέρ του περιορισμού της οπλοκατοχής. Fake, phony. Ο Chapman παρουσιάζεται βάσει κάποιων θεωριών συνωμοσίας να έδρασε ως εγκάθετος, υποχείριο της CIA. Όσο και αν τέτοιες εκδοχές αποτελούν αποκυήματα της φαντασίας δεν παύουν να ενέχουν μιαν αλήθεια χρησιμεύοντας ως μεταφορά. Γιατί, αν η εν λόγω αφήγηση κάρπισε από αυτό, έτυχε τέτοιας αποδοχής, καλλιεργήθηκε, περιεβλήθη με πίστη από το συλλογικό φαντασιακό, είναι επειδή ο Chapman, πράγματι, έδρασε ως ενεργούμενο, τέτοιο της «Ιστορίας», τρόπον τινά, ή, αν θέλετε, καλύτερα ενός κάποιου “τέλους” της. Ο μύθος της μυστικής συμφωνίας έρχεται να καλύψει την ενοχή σιωπή του “ανώνυμου συλλογικού”, της “κρυφές”, αδιόρατες, απροσδιόριστες, σκιώδεις διεργασίες που έλαβαν χώρα προκειμένου, έτσι, στα κρυφά, να οπλίσουν το χέρι ενός πρόσφορου –και φανατικού θαυμαστή, οπαδού, ο Lennon δολοφονείται από το κοινό του– ημιπαράφρονα.  Η επίρριψη της ευθύνης σε μια μυστική υπηρεσία, τέτοια δημόσια, εκπροσωπεί, αποτελεί την έμμεση παραδοχή από τον πραγματικό εντολέα για την ανομολόγητη ανάθεση στον Chapman, από αυτήν την ίδια, του φόνου του ειδώλου μιας κοινωνίας που δεν θα ’χε πια το κουράγιο να το ανεχτεί· τη δύναμη ή το θάρρος να κοιτάζεται στον καθρέπτη. Οι ατέρμονες αντανακλάσεις, οι φτηνές απομιμήσεις τα κακέκτυπα του ειδώλου, που εν αφθονία θα αναφύονταν, ας μην παραλείψουμε να το πούμε, έκτοτε, επίσης κατεδείκνυαν ότι η θύτρια, αν και τέτοια, θα στερούταν βέβαια και αυτό το σθένος να αποδεχθεί το γεγονός του θανάτου, την ικανότητα να πενθήσει, συνειδητοποιώντας την, αναλαμβάνοντας την ευθύνη, που τη βαραίνει, των πεπραγμένων της.

               
And you will know us by the trail of dead - Mark David Chapman


[1] I wanted you, you didn’t want me και I needed  you, you didnt need me καταλογίζει στην μητέρα και τον πατέρα του αντίστοιχα, σε αυτούς απευθυνόμενος διαδοχικά, νοερά, τραγουδώντας, σε αμφότερες τις περιπτώσεις καταλήγοντας: so I just got to tell you goodbye. Το εν λόγω κομμάτι μπορείτε να ακούσετε εδώ.
[2] Το  I found out 3ο και το God 10ο κατά σειρά κομμάτι του LP.
[3] Βλ. Σ. Φρόυντ, Το Οικονομικό Πρόβλημα του Μαζοχισμού, στο Ναρκισσισμός, Μαζοχισμός, Φετιχισμός, Επίκουρος, Αθήνα 1991. Έτσι, μας δίνεται η ευκαιρία να παρατηρήσουμε ακόμη, όταν ο Lennon μοιάζει να δίνει κουράγιο στον εαυτό του, λέει: Hold on John (στο Hold on, 2ο κομμάτι του δίσκου), η φωνή του, ηχεί σαν αυτήν κάποιου τρίτου· είναι τέτοια, πρόκειται πράγματι για τη φωνή αυτής της “προσαρτημένης”, ενσωματωμένης, αδιαλείπτως παρούσας κριτικής που διαψεύδει αυτό το οποίο έπεται – when youre by yourself and theres no one else: Κανείς ποτέ δεν αφήνεται ακριβώς μόνος του.
[4] Βρίσκεται εδώ.
[5] Τέτοιας, άλλωστε, ανεκπλήρωτης, ματαιωμένης. Το νήπιο, παρεμπιπτόντως, συν τοις άλλοις, σωματικά μειονεκτεί, είναι ανίσχυρο, όπως θυμάται ο Lennon στο RememberRemember when you were small how people looked so tall, και διαμαρτύρεται με το ξεκίνημα στο Working Class HeroAs soon as youre born they make you feel small.
[6] Για τούτο μας ενημερώνει ο Lennon, στο God και πάλι.
[7] Just a boy and a little girl trying/ to change the whole wide world. Το κομμάτι εδώ.
[8] John Lennon/Plastic Ono Band, σημειωτέον, ο πλήρης τίτλος του.
[9] Η κατακλείδα του God.
[10] Το όνομα του κεντρικού χαρακτήρα στο διάσημο μυθιστόρημα του J. D. Salinger Ο Φύλακας στη Σίκαλη, ενός έφηβου ο οποίος απεχθάνεται κάθε τι προσποιητό, “δήθεν”. Το βιβλίο και ο ήρωας του γίνονται εμμονή στον Chapman, ο οποίος επιχειρεί να ανάγει το έργο σε ενός είδους μανιφέστο του, απευθύνοντας προτροπές στο κοινό να το διαβάσει, ισχυριζόμενος, σύμφωνα με δημοσίευμα των Times της Ν. Υόρκης πίσω στο 1981, ότι «θα βοηθήσει πολλούς να καταλάβουν αυτό που συνέβη».
[11] Σχετικές δηλώσεις του Chapman παρατίθενται από την Lynne H. Schultz στο άρθρο της με τίτλο March 4th, 1966: The Beginning of the End for John Lennon?
[12] People say we got it made/ Don't they know we're so afraid?
[13] Όπως ο ίδιος καλά γνωρίζει: We're afraid to be alone/ Everybody got to have a home, ο.π.
[14] Για άλλη μια φορά στο God.
[15] Who am I supposed to be/ nobody knows but me. Το κομμάτι εδώ.
[16] Ο.π.
[17] Εμπνευστή της «primal scream» θεραπείας και συγγραφέα του βιβλίου The Primal Scream.  
[18] Το βίντεο των δηλώσεων.

0 Κλεισίματα του ματιού: