Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011
Το βάρος της επιτυχίας
H Amy Winehouse ανήλθε
αλματωδώς, κατέφθασε έξαφνα στο προσκήνιο, κέρδισε φήμη ως φαινόμενο της υπέρβαρης
μουσικής βιομηχανίας, μα, αδυνατώντας να ανταποκριθεί στις προσδοκίες –ή, αν
προτιμάτε, για την περίπτωση μας, θα δούμε, είναι μάλλον το ίδιο, υπακούοντας
ακριβώς σε αυτές–, στη συνέχεια, κατά την καταστροφική πτώση της και ως το
θάνατο, απασχόλησε την «κοινή γνώμη» κυρίως με αυτούς τους «δαίμονες» της. Ο
πατέρας της δεν έπαυε να δηλώνει θορυβημένος από τον έκλυτο βίο της, δεν
φειδόταν λεπτομερειών, τουναντίον αρεσκόταν να περιγράφει λεπτομερώς, γλαφυρά,
δίχως ωραιοποιήσεις, χωρίς περιστροφές, όπως λένε «καθαρά και ξάστερα», τις
καταχρήσεις της –να μιλά «ανοιχτά και συνειδητά» γι’ αυτό το «ακανθώδες θέμα»–,
εμφανιζόμενος στα Μέσα παραπάνω από πρόθυμος να μοιραστεί δημόσια την ανησυχία
του για τις επιπτώσεις τους στην κλονισμένη υγεία της μονάκριβης του κόρης·
επισείοντας τον κίνδυνο, προειδοποιώντας ότι θα μπορούσαν να αποβούν μοιραίες
για τη ζωή της.
Ο
πατέρας-προφήτης μιας αναπόδραστης μοίρας, τέτοιας τραγικής, μάντης κακών· ο θάνατος, το αναπόδραστο πεπρωμένο, έχοντας
τον ίδιο ως πρόπλασμα, μοντέλο, διαδοχικές ενσαρκώσεις της φιγούρας του
πατέρα-τιμωρού. Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Αν η θυγατέρα Winehouse εγκαταλείπει
την προσπάθεια, ενώ παραιτείται παράλληλα, βέβαια, από τη ζωή, να γοητεύσει το
κοινό της, τους πολυπληθείς θαυμαστές της, όλο ακαταδεξία, διατυμπανίζοντας πως
δεν της καίγεται καρφί για την επικείμενη αποκαθήλωση, τη δυσμενή που θα της
επιφυλάξουν κρίση, συμβαίνει τούτο,
μπορούμε να υποθέσουμε, επειδή της έχει παιδιόθεν επανειλημμένα σταλεί το
μήνυμα, της έχει γίνει σαφές ότι, προκειμένου να προσελκύσει το ενδιαφέρον, θα
αναγκαστεί σε αυτήν να καταφύγει, θα εξωθηθεί σε ενός είδους “αυταπάρνηση”, στη
μέχρι τελικής πτώσεως αυτοκαταστροφή. Επειδή, γίνεται αρκετά ξεκάθαρο, οι
εκκλήσεις οι απευθυνόμενες, άλλωστε διόλου πειστικές, της παγερά, επαγγελματικά
εκφραζόμενης, προς μαζική κατανάλωση, προσφερόμενης βορά στο σκανδαλοθηρικό
τύπο πατρικής αγωνίας, υποκρύπτουν μια μύχια, ασυνείδητη επιθυμία, απηχούν
διαχρονικές αμφίσημες νουθεσίες, διπλά μηνύματα που υποκρύπτουν προτροπές. «Αλλά
οι γιατροί της έχουν πει αν ξαναρχίσει να καπνίζει ναρκωτικά, αυτό δεν θα
καταστρέψει απλά τη φωνή της, θα τη σκοτώσει». «Αν δεν μπορεί πια να
τραγουδήσει μου κάνει χάρη να πεθάνει» , θα μπορούσε εναλλακτικά, να λέει, αφήνοντας
μας άφωνους, αποστομώνοντας μας, ο πατέρας της Amy, η οποία είχε, βέβαια, χάσει τη
μιλιά της ήδη εδώ και καιρό.
Την αγαπούν περισσότερο
την Amy όταν μιλούν για εκείνη ερήμην της, εν τη απουσία της, όπως
μιλάει κανείς, για να τον ακούν, στους πεθαμένους – όπως τώρα δα μιλάει στα
Μέσα ο πατέρας της, απευθυνόμενος, ισχυρίζεται, σε αυτά σε μια ύστατη
προσπάθεια, ως το μόνο δίαυλο για να εισακουστεί, να της προωθήσει το
μήνυμα, πράγμα που μας επιτρέπει να
διαβάσουμε τις δηλώσεις του ως ένδειξη ότι, αν επιδιώκει εν προκειμένω να μας
πείσει ότι τα λέει σταράτα, θα το έχει κατά κόρον στο παρελθόν κάνει, πως
ανέκαθεν θα συνήθιζε να τα λέει, κατά το κοινώς λεγόμενο, «στη νύφη για να τ’
ακούει η πεθερά», στην κόρη αλλά με αποδέκτη τη μητέρα ή αντίστροφα, πλαγίως μα
στοχευμένα, υπολογισμένα, ανήξερα τάχα. Της Amy της έχει εμφυσηθεί, δοθεί να
καταλάβει, είναι πια παραπάνω από σαφές· ότι τη θέλουν νεκρή. «Έχω ήδη συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου
της», δήλωνε η μητέρα της, Janis, τρία χρόνια προτού αυτός να επέλθει. Και,
πράγματι, μπορούμε να είμαστε περίπου βέβαιοι – ότι θα είχε ήδη τότε υπογραφεί η σύμβαση,
συνθηκολόγηση· αυτό θα πρέπει να συνέβη από τα γεννοφάσκια ήδη. «Έχω,
συνεχίζει, ατσαλωθεί για να τη ρωτήσω σε ποιο χώμα θέλει να ταφεί». Όμως
ελάχιστη σημασία αυτό έχει – δηλαδή, ας
μη μας νοιάζει, το τι θέλει η Amy· αφού το είχε θελήσει ήδη
προ πολλού εκείνη, η Janis.
Το
γονικό ενδιαφέρον, επίσης υποκριτικό, συγκλίνει με αυτό έως ότου απολύτως να
συμπίπτει, να ταυτίζεται με τούτο το ανθρωποφαγικό των φιλόξενων tabloids· έτσι που η
δημοσιογραφία της κλειδαρότρυπας να έρθει και να εφαρμόσει, να επικαθήσει ίσως πάνω
σε κάποια αλλοτινή αποτρόπαιη υποκλεμμένη άποψη της γονικής κρεβατοκάμαρας,
συμπληρώνοντας, αναβιώνοντας την, το τραύμα της. Η αποκαλυπτόμενη αλήθεια. Η
κανιβαλική ηδονοβλεψία του κοινού που καθαιρεί, κατακρημνίζει, δεν ανέχεται πια
τα ινδάλματα, ούτε καν τους αστέρες της μαζικής κουλτούρας, αυτά τα ποπ είδωλα,
μιαν εκπρόσωπο αυτής της μουσικής της ελαφριάς, απαιτώντας αδηφάγα, άπληστα να
βγουν όλα στο φως, οι μέχρι πρότινος αθέατες πτυχές της ιδιωτικής ζωής των celebrities, επιδεικνύει
ιδιαίτερη, τέτοια αναμφίβολα αξιοπρόσεκτη προτίμηση στη δυστυχία, διψώντας για
την αλήθεια, την αποκάλυψη της πραγματικής εικόνας της ζωής πίσω από το
ιλουστρασιόν χάρτινο περιτύλιγμα του πασπαλισμένου με θεαματική χρυσόσκονη
γκλάμουρ. Αν αυτή η αληθινή, καθημερινή ζωή αυθορμήτως, αυτόματα εικονίζεται,
νοείται ως ένα και το αυτό με την απόλυτη μιζέρια είναι, βέβαια, επειδή τέτοια,
μίζερη, είναι η πραγματική ζωή των θεατών αν αφαιρεθεί η επικάλυψη του lifestyle. Η βίαιη εκθρόνιση
των αστέρων, πάντοτε διαττόντων, ολοκληρώνει τον ποθούμενο “εκδημοκρατισμό”, τη
διακαώς από το σύγχρονο ναρκισσευόμενο άτομο, το οποίο δεν ανέχεται κανένας να
περνιέται από το ίδιο ανώτερος, ούτε και
οι VIPs, επιζητούμενη
εξίσωση του με τους πτυόμενους και λοιδορούμενους έκπτωτους[1].
Εν τούτοις είναι η εικόνα για μια ακόμη φορά
πλασματική, καθότι η δυστυχία της Winehouse υπήρξε απείρως μεγαλύτερη από αυτήν τη θεαματική της
αντανάκλαση. Ζόφος· ένας τέτοιος αναγόμενος σε publicity stunt από το Mitch Winehouse, άσημο μουσικό της
τζαζ που “προβληματίζεται” για την κόρη του και την “ανάρμοστη” συμπεριφορά της
τόσο όσο χρειάζεται για να επωφεληθεί από τη δημοφιλία της, αν μπορεί να
καλεσθεί τέτοια, και να καρπωθεί την απόδοση της επένδυσης, ώστε να
πραγματοποιήσει τη δική του φιλοδοξία –αυτήν την προβεβλημένη στο παιδί που την
επωμίζεται ως δυσβάστακτο βάρος–, αντλώντας ώθηση για την προσωπική του
καριέρα. Εξαργυρώνοντας, διαπνεόμενος ο ίδιος από υστεροβουλία δεν παραλείπει,
προκειμένου να αποτινάξει φαντασιακά το στίγμα, να μεταβιβάσει, να εξώσει, να
προβάλλει ότι θα τον κολάκευε ελάχιστα, να αναπτύσσει σε κάθε ευκαιρία τη
σχετική φιλολογία, να κατακεραυνώνει επιτήδειους, παράσιτα που, όπως
καταγγέλλει, περιστοιχίζουν την κόρη του, όντας μια συναναστροφή ολέθρια,
ασκώντας της καταστροφική επιρροή. Προσκολλάται σε αυτήν· την θέτει υπό την αυστηρή
εποπτεία του, για ένα διάστημα
αποφασίζει, για να την ελέγχει, να συγκατοικούν[2].
Δεν την αφήνει από τα μάτια του, ενώ όταν εκείνη τον κοιτούσε ένιωθε να τον
κοιτάει ο νεκρός πατέρας του, εξομολογείται με μάτια δακρυσμένα[3], η Amy, θυμίζοντας, ομοιάζοντας απλά, όσο γι’ αυτό, αποζητά να μην
παίρνουν τα μάτια από πάνω της, ώστε να μπορεί να προσποιείται πως αψηφά την κριτική, τα επιτιμητικά τους βλέμματα που
τη συνθλίβουν, τη σκοτώνουν, της είναι εξαιρετικά επώδυνα· κάνει την αδιάφορη,
παριστάνει το άγαλμα, κάνουν τα βλέμματα να μετατραπεί σε στήλη άλατος, να
γίνει πέτρα, ένα αμέτοχο κέρινο ομοίωμα[4].
Αποκαλύπτοντας το πρότυπο στο οποίο υπακούει, αυτό που αναβιώνει εκείνο το
ατέρμονα, σαν τα φωτογραφικά κλικ, επαναλαμβανόμενο, αδιαλείπτως επανερχόμενο
μοτίβο της κυκλοθυμίας των αδιέξοδων, πολύκροτων, δελεαστικών για το βλέμμα του
φακού των παπαράτσι, ταραχωδών ερωτικών σχέσεων ON/OFF, καταφέρνει πρόσκαιρα να προσελκύσει πλάι της, υπό την ίδια
στέγη, τον πατέρα ο οποίος την είχε άλλοτε εγκαταλείψει. Εν τέλει η Amy απλά χρειάστηκε να
καταφύγει σε ακραία μέσα για να αναγκάσει σε μια παραχώρηση τον πατέρα, να
αποσπάσει μια θυσία, έστω τυπική. Ο Mitch έχοντας πετύχει την έναρξη της
επίσημης του σταδιοδρομίας υποχρεώνεται, ατυχώς, στην είδηση του θανάτου της Amy να αναβάλει την προγραμματισμένη
παρθενική του ζωντανή εμφάνιση στη Ν. Υόρκη και την αφετηρία της κλεισμένης του
περιοδείας σε αμερικάνικό έδαφος. Επιστρέφει εσπευσμένα για τη νεκρώσιμη
τελετή· δηλώνει συντετριμμένος.
Το ζήτημα
τελειώνει εδώ, κλείνει, ο Mitch
σπεύδει να θέσει τέρμα σε κάθε υποψία συζήτησης, απόπειρα ανακίνησης,
διαπραγμάτευσης των εγειρόμενων ερωτημάτων·
απορρίπτει κατηγορηματικά ως ανυπόστατη κάθε σχετική υπόθεση, την
παραμικρή νύξη περί ενδεχόμενων ευθυνών οι οποίες θα πρέπει να καταλογιστούν
στο κύκλωμα της μουσικής βιομηχανίας, στη δισκογραφική εταιρεία για τον
εικαζόμενο αρνητικό ρόλο της στη θλιβερή κατάσταση στην οποία η κόρη του είχε
περιέλθει· αναλαμβάνει να αποκρούσει τις
κατηγορίες για την από πλευράς του κολοσσού επιδειχθείσα αδιαφορία η και
κεφαλαιοποίηση της αλγεινής εικόνας που η εκλιπούσα παρουσίαζε. Πλέκει το
εγκώμιο των στελεχών, τους εκθειάζει εκ μέρους της οικογενείας που συμμαχεί με
τον εταιρικό μηχανισμό, όπως επιτάσσει η συνκηδεμονία, η κοινή επιμέλεια που
αποτυπώνεται στην ανάληψη συντονισμένης δράσης, στην οργάνωση συσκέψεων μεταξύ
των συνδικαιούχων, ώστε να συναποφασίσουν, με τους ειδικούς του επιτελείου του management εν είδει
οικογενειακών συμβούλων, διαδόχων των εργαζομένων στους προνοιακούς οργανισμούς, να έχουν αναμφίβολα τον πρώτο
λόγο, καταστρώνοντας σχέδιο
παρέμβασης· εκφράζει για την άρτια
συνεργασία, τις παρεχόμενες υπηρεσίες την ικανοποίηση, τη βαθιά του
ευγνωμοσύνη· βεβαιώνει ότι οι επαγγελματίες εκεί έκαναν ότι είναι ανθρωπίνως
δυνατόν, φροντίζουν πάντα με τον καλύτερο τρόπο την Amy. Κλαίνε, λέει, από στοργή, συντριβή,
αφοσίωση, επειδή αγαπούν ειλικρινά την προβληματική νεαρή[5]
– της οποίας η οξεία διαταραχή, η έκδηλη ανισορροπία, η καταφανής σύγχυση δεν
θα έπρεπε πια κανέναν να εκπλήσσει, αρκεί, υπό το φώς τέτοιων δηλώσεων, κορυφή
του παγόβουνου μιας συστηματικής εξαπάτησης από την κούνια, ο καθένας να
αναλογιστεί ποιο φοβερό και άλυτο μπέρδεμα, ποια κατά συρροή σκότιση, ποιάν
έμμονη ανασφάλεια για το τι σημαίνουν, αν σημαίνουν, τα πράγματα, και αναξιοπιστία
αντηχούν σ’ αυτό το ύστατο σε μια μακρά
αλυσίδα, δικαιούμεθα να υποθέτουμε βάσιμα, κρούσμα της ασύλληπτης προπέτειας
της ανεύθυνα επικίνδυνης, ξεδιάντροπης ταύτισης της αγάπης με το αντίθετο της.
Η γονική μέριμνα
επαφίεται, γίνεται κατανοητό, στον εν λόγω πάνοπλο μηχανισμό, έχει, δίχως
δισταγμό, ελαφρά τη καρδία, εναποτεθεί σε αυτόν το ανεπιθύμητο της βάρος όπως
στους ποικίλους απρόσωπους θεσμικούς φορείς, στους προνοιακούς οργανισμούς με
το άριστα εκπαιδευμένο προσωπικό τους, τις στρατιές από παιδοψυχολόγους και
κοινωνικούς λειτουργούς, τους ειδικευμένους εργαζομένους τους που, στη σκιά της
διάβρωσης του θεσμού της οικογένειας, αναλαμβάνοντας την αδιαμφισβήτητη
πρωτοκαθεδρία, δημιουργώντας εξάρτηση –ναι, η Amy ήταν μια εξαρτημένη με οικογενειακό ιστορικό, όπως είναι εξαιρετικά σύνηθες
σε αυτές τις περιπτώσεις–, παρεμβαίνουν καταλυτικά, διαδραματίζουν ολοένα και
πιο ενεργό, καθοριστικό ρόλο, έχουν τον τελικό λόγο στην ανατροφή των παιδιών. O πατέρας
της Amy Winehouse
διαμαρτυρόταν εντόνως, περίπου διερωτώμενος «που είναι το κράτος»,
παραπονούμενος εξανίστατο, επειδή οι αρχές δεν παρενέβαιναν επιβάλλοντας στην
κόρη του τον καταναγκαστικό εγκλεισμό παρά τη θέληση της σε κλινική[6].
Διαφήμιζε έτσι την εκσυγχρονισμένη εξαθλίωση, αυτήν της μετάθεσης ευθυνών, την
ξένωση του εθισμού της ανάθεσης σε διαχωρισμένους θεσμούς. Το ίδρυμα Amy Winehouse,
το οποίο συνεστήθη από την οικογένεια
της για τη διάσωση της μνήμης της –αφού η ίδια «δεν μπορούσε να σωθεί»–, αφιερωμένο,
διαβάζουμε, στη στήριξη νέων που εκδηλώνουν τοξικοεξαρτήσεις, συνιστά το
απόγειο, το επιστέγασμα του χρόνιου ιδρυματισμού
που ρίχνει βαριά τη σκιά του.
«There’s only one person to blame and that’s Amy» – υπάρχει ένας μόνος φταίχτης
και αυτός είναι η Amy, αποφαίνεται
κυνικά και ανενδοίαστα ο Mitch.
Σε αυτή τη δήλωση προέβαινε με περίσσιο θράσος τέσσερα περίπου χρόνια πριν,
αποποιούμενος απροσχημάτιστα κάθε ευθύνη – πιθανώς παντελώς στερούμενος κάθε
συναίσθηση αυτής. Ας πούμε αυτήν της οικογενείας για την παραχώρηση της
επιμέλειας της κόρης του, την παράδοση της, έρμαιο, ως βορά στις διάφορες
ιδιωτικές «ακαδημίες ταλέντων» ήδη στην τρυφερή ηλικία των 9-10, την επιφόρτιση
της με αυτήν, την εναπόθεση στους άγουρους ώμους της τής υποχρέωσης τής υπηρέτησης
τής δικής τους ματαιοδοξίας. Δικαιούμεθα να φανταστούμε ότι η κατηγορία η
δημόσια εξαπολυόμενη ερχόταν να προστεθεί σε μομφές διαδοχικές, ήταν ο απόηχος
από αλλεπάλληλες επικρίσεις· μια διαχρονική ενοχοποίηση που η κόρη Winehouse θα μπορούσε
κάλλιστα να έχει εσωτερικεύσει – με αυτήν την “αθώωση” της από την έκδοση του
πορίσματος της «καθαρής» από παράνομες ανιχνευμένες ουσίες τοξικολογικής
εξέτασης, το οποίο η οικογένεια Winehouse
έδωσε στη δημοσιότητα δια των εκπροσώπων της, έτσι σπεύδοντας, με έκδηλη
ανακούφιση να δηλώσει την ικανοποίηση της, επειδή το αίμα της άσωτης, αυτής που
‘ταν «αίμα τους», δεν θα επιμόλυνε, δεν θα σπίλωνε την υπόληψη τους, να
αποτελεί την ύστατη απόρριψη, μιαν απάρνηση, έμμεση αποκήρυξη τούτης της πηγής
ντροπής, δραματική κορύφωση στη μακρά σειρά.
Η Amy, όχι, δεν ήταν αρκετά
καλή[7]
– τα ρεπορτάζ που ακολούθησαν τον πρόωρο θάνατο της περιγράφουν πώς φοβόταν ότι
θα απογοητεύσει, διαρκώς ανέβαλε την ηχογράφηση του επόμενου της δίσκου
διαπνεόμενη από ανασφάλεια, αμφιβάλλοντας για την ικανότητα της να ανταπεξέλθει
σε όσα περίμεναν από αυτήν, αισθανόμενη ανεπαρκής, ότι δεν αξίζει, λυγίζοντας
υπό το βάρος των προσδοκιών και της επαπειλούμενης τους διάψευσης, της μη
εκμετάλλευσης, της σπατάλης των «χαρισμάτων της»[8].
Δεν ήταν αρκετά δυνατή – δεν ήταν αρκετά αδύνατη· η Amy Winehouse, αξίζοντας, σύμφωνα
με την αποτίμηση του χρηματιστηρίου του θεάματος, το βάρος της σε χρυσό, ολοένα
και αδυνάτιζε, λες κι ήταν χρυσοφόρο κοίτασμα υπερεκμεταλλευόμενο· σαν να
αναζητούσε πάση θυσία έρμα, έστω και αν χρειαζόταν για να αγκυροβολήσει να γίνει ασήκωτη, όπως είναι μονάχα αυτό, ως
πτώμα, στα πλαίσια, θα ‘λεγες, μιας συντελούμενης επώδυνης μεταμόρφωσης συρρικνωνόταν
ως την εξαΰλωση, ως που να πετάξει, ως που να μην καταλαμβάνει περισσότερο χώρο
από μια χρυσή ευκαιρία, μια αφορμή
πολύτιμη, παρασχόμενη ώστε να διευκολυνθεί ο πατέρας στο να εξακολουθεί, δίχως
να σταθμίζει το βάρος όσων εκστομίζει, δίχως να ασπάζεται τη γνωστή ρήση, «η
σιωπή είναι χρυσός», απερίσπαστος να προβαίνει σε αμετροεπείς δηλώσεις.
Πλάι στα οικογενειακά
βάρη η Amy, αγόγγυστα,
επωμίστηκε αυτό το βάρος των «επιλογών» της και δίχως να ζητεί καθόλου να της
αναγνωριστούν ελαφρυντικά. Όχι, επ’ ουδενί επίκληση τους, καμία αναφορά σε
κοινωνικοπεριβαλλοντικά αίτια, καθένας θα πρέπει να θεωρείται ο ίδιος ως
μοναδικός υπεύθυνος, αποκλειστικά, για την προσωπική
του αξιοθρήνητη, οικτρή αποτυχία ή τη ζηλευτή επιτυχία του. Οι άλλοι, η
κοινωνία –χα! η ποιά;– δεν μας χρωστάει και δεν χρωστάμε τίποτα σε κανέναν –
έξω από το ταλέντο που ενίοτε κληροδοτείται, μεταβιβάζεται με το γενετικό
κώδικα, κάπως σαν δανεισμένα κεφάλαια, για των οποίων την εξόφληση οι πιστωτές
δικαιούνται να εγείρουν αξιώσεις πιεστικά. Τα παιδιά χρωστούν στους γονείς, είναι
το βάρος, που συνθλίβει το δανειολήπτη, από τα κυμαινόμενα επιτόκια. Ο τοκετός·
με άλλα λόγια, Born this way, όπως το θέτει η εταίρα δημοφιλής αοιδός, ονόματι Lady Gaga· ουδέν λάθος αναγνωρίζεται
μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου· ή το σχίσιμο του προφυλακτικού.
Εύγε λοιπόν στην
Amy Winehouse, με το ειδικό βάρος
της προσυπογράφει την εγκυρότητα της ατομικής ελευθερίας που πρεσβεύει ο γεννημένος άγριος, ο born to be wild αποχαλινωμένος καπιταλισμός.
Αναγνωρίζεται ως έμβλημα του ενός είδους, αυτού του παχύσαρκου, αν και ισχνό, γι’
αυτό και μυθοποιείται, περιφέρεται στις οθόνες και τα πρωτοσέλιδα, τώρα ως
λείψανο[9].
Πρόκειται περί οσιομάρτυρος, να προς τι η απίσχνανση, της απονέμεται αυτός ο
βαρύτιμος τίτλος, επιβάλλεται η άμεση της ένταξη σε ένα πάνθεον· το κλαμπ των 27ρηδων, όπου, μεταξύ άλλων αδικοχαμένων,
φιγουράρει η Janis Joplin,
της οποίας, ο θρύλος λέει, το πτώμα επί τόπου ζύγιζε 72 λίβρες, ήτοι όχι
παραπάνω από 35 μόλις κιλά. Ποια είναι η πιο αδύνατη· ανταγωνισμός μέχρι θανάτου. Λοιπόν, born this way, γεννημένη έτσι, ναι,
αλλά πώς; τίνι τρόπο; ως τι; Ως εμπόρευμα είναι η απάντηση, πραγματικότητα η
οποία επιβάλλει το προσεκτικό ζύγισμα της παραγωγής σε ζυγαριά ακριβείας άμα τη
παράδοση – delivery. Μωρό-γίγας,
να σας ζήσει. Ή σε καλή μεριά,
καλοφάγωτα. Η επιμελής στάθμιση, έτσι ώστε να βρούμε τη διαφορά όταν θα ‘χει
πια έρθει η ώρα για να κάνουμε ταμείο. Η πλάστιγγα γέρνει, μαζί της ο κόσμος· μπατάρει
επικίνδυνα. Ο κύριος Ιναρίτου υπολόγισε αυτό το υπόλοιπο, τη σαβούρα, τον κατιμά
στην ομώνυμη του ταινία ακατέβατα στα 21
γραμμάρια. Τόσο είναι, λέει, μετά το θάνατο ελαφρύτερο το εγκαταλειμμένο
από τη ψυχή νεκρό σώμα – η αναλογία του αλκοόλ, του οινοπνεύματος ως προς το
δείκτη μάζας σώματος. Το αποστεωμένο σώμα της Amy Winehouse, το οποίο ανευρέθη,
υπό συνθήκες που παραμένουν αδιευκρίνιστες, να κείτεται εντός του έρημου
διαμερίσματος της τα ξημερώματα τις 23ης Ιουλίου του 2011, αποτελεί
πειστήριο για το ότι κανείς μπορεί να μη ξεψυχάει στιγμιαία, αλλά να βλέπει να
του βγάζουν τη ψυχή –στο σφυρί ή όπου αλλού–, καθώς τον απομυζούν ως την
απόλυτη αποστράγγιση να ψυχορραγεί αργά και βασανιστικά, για παρατεταμένο
χρονικό διάστημα που μπορεί να ανέρχεται έως και σε μερικά, δηλαδή όλα του τα
χρόνια.
[1]
Χαρακτηριστικά της ανθρωποφαγικής διάθεσης του φιλοθεάμονος κοινού είναι τα
διαδικτυακά σχόλια των fans που
ακολούθησαν την αναγγελία του θανάτου της Winehouse και που υπήρξαν σε πλείστες όσες των περιπτώσεων
περιπαικτικά, χλευαστικά, διαπνεόμενα από ασυγκράτητη χαιρεκακία και
κακεντρέχεια, εκφράζοντας ένα εκδικητικό μίσος έναντι, ας σημειωθεί, αυτής της
προσωποποίησης των ανεξέλεγκτων ορμών, που η ταπείνωση, ο κολασμός της παρέχει
μια ικανοποίηση σαδομαζοχιστική, όντας μια συμβολική, “μεταβιβασμένη” αυτοτιμωρία
για τις καταπιεσμένες ενορμήσεις των ίδιων των έτσι εκτονωνόμενων. Ενδεικτικά
τα όσα υβριστικά συνόδευσαν ετούτο
το δημοσίευμα με τον ρητορικό τίτλο, απ’
όπου αντλείται και η πλειονότητα των στοιχείων που παρατίθενται στο παρόν (Could Amy Winehouse Have Been Saved?, Chris
Willman, Yahoo music, 24/7/2011).
[4]
Το ομοίωμα της Amy Winehouse,
καθιστώντας την ίδια παντελώς αχρείαστη, παρουσιάστηκε το 2008 από το μουσείο
της Madame Tussauds,
παρουσία των γονιών της.
[5] «People who have been in the
business for 20 or 30 years who are used to seeing matters like this, crying
their eyes out because of their genuine love and affection for Amy», επιμένει να
προσπαθεί να μας
πείσει ο πατέρας της. Ο.π.
[6] “You might consider taking drugs is
a danger to herself, but unfortunately the authorities don't». Ο. π . Ας παρακάμψουμε εδώ δίχως
περαιτέρω σχόλια την αφελή όσο και εξοργιστική απηχούμενη πεποίθηση ότι το κάθε
τι δεν αποτελεί παρά ζήτημα διαδικαστικό, διεκπεραιωτικό, ανήκον, για πολλοστή
φορά, στην αποκλειστική δικαιοδοσία ειδικών, αρμόδιων φορέων –εδώ των
θεράποντων ιατρών μιας κλινικής αποτοξίνωσης– που, επιλαμβανόμενοι αυτού, θα
διορθώσουν ένα κάποιο κατασκευαστικό ελάττωμα είτε θα αποκαταστήσουν μια
πρότερη ομαλή λειτουργία, μια βλάβη ή ατέλεια, ένα θέμα τεχνικής φύσης, έτσι
απλά.
[7] Το
διατράνωνε, άλλωστε, η ίδια στην επιτυχία
της Υou
know Ι'm no good.
[8]
«It's like watching a car crash – this person throwing all these gifts away», δήλωνε, και πάλι, η μητέρα
της, όπως πάντοτε, μπορούμε να είμαστε περίπου βέβαιοι, θα ήταν εκεί
προκειμένου να τροφοδοτεί, να “ανεφοδιάζει” το έλλειμμα αυτοεκτίμησης της
κόρης, ψέγοντας την επειδή δεν έστεκε στο αναμενόμενο ύψος, αντάξια τους,
δικαιώνοντας για όσα της είχαν «χαρισθεί».
[9]
Είναι για τούτο που τα media
εμφανίζονται παραπάνω από πρόθυμα, ασμένως, ανεπιφύλακτα υιοθετούν την επίσημη
περί ευθύνης εκδοχή της οικογενείας, όπως διαπιστώνουμε και στην επωδό του
προαναφερθέντος άρθρου (ο. π.).
Χρώμα οφθαλμών:
an eye for the detail
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)









0 Κλεισίματα του ματιού:
Δημοσίευση σχολίου