[σ.σ. : Το κείμενο που ακολουθεί συνοδεύει την δημοσίευση της σειράς φωτογραφιών του Μάνου Χρυσοβέργη με τίτλο Bodies στο τρέχον τεύχος (Φθινόπωρο 2011) του περιοδικού Eyemazing.]
Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011
Η λανθάνουσα εικόνα του εαυτού
[σ.σ. : Το κείμενο που ακολουθεί συνοδεύει την δημοσίευση της σειράς φωτογραφιών του Μάνου Χρυσοβέργη με τίτλο Bodies στο τρέχον τεύχος (Φθινόπωρο 2011) του περιοδικού Eyemazing.]
Κανείς ενίοτε χρειάζεται μιαν έξωθεν μαρτυρία· μιαν ακόμη ματιά παρεχόμενη χάρη στη μεσολάβηση αυτού, με τη συνδρομή του, διαμέσου κάποιου άλλου. Επιχειρώντας να συμβάλλω με μιαν επιπλέον θεώρηση προστιθέμενη πλάι στο βλέμμα καθεαυτό του δημιουργού, θα ξεκινήσω ο ίδιος υποβοηθούμενος από τη θέα που μου προσφέρεται από τη φιλική επισήμανση, νομίζω οξυδερκή, ενός τρίτου παρατηρητή. Λοιπόν, ναι, καθώς ο θεατής έρχεται ενώπιον της σειράς φωτογραφιών του Μάνου Χρυσοβέργη που εδώ παρουσιάζεται, μόνο σπάνια θα τύχει το βλέμμα του να διασταυρωθεί με αυτό των μοντέλων. Δίνεται η εντύπωση ότι μια τέτοια συνάντηση ξορκίζεται, συστηματικά, εντέχνως, σκόπιμα αποφεύγεται· είναι σαν να επρόκειτο γι’ αυτό το βλέμμα της Μέδουσας. Μοιάζει ο φωτογράφος να λαμβάνει κάθε μέριμνα, όλες τις δυνατές προφυλάξεις, ούτως ώστε να μη γίνει αντιληπτός από πρόσωπα που πρέπει να μείνουν ανύποπτα, να αγνοούν την παρουσία του. Παρατηρεί, θέλοντας ο ίδιος να περάσει απαρατήρητος, αθέατος, όπως αν παρεισέφρεε, κινούμενος λαθραία εισερχόταν στα άδυτα, ανοιγόταν μπροστά του μια απαγορευμένη θέα. Τα περιγράμματα των φιγούρων ενίοτε μόλις και μετά βίας διαγραφόμενα, σώματα που αναδύονται μέσα από το μισοσκόταδο μιας συντιθέμενης ατμόσφαιρας αρκούντως υποβλητικής, σαν να επρόκειτο για τη σκηνή που εκτυλίσσεται στο εσωτερικό της γονεϊκής κρεβατοκάμαρας και της οποίας ένα φιλοπερίεργο παιδί γίνεται μάρτυρας, άπληστα κρυφοκοιτώντας, μένοντας απ’ όσα αντικρίζει παγωμένο, εμβρόντητο. Μια τέτοια διήγηση, τόσο κοινή, στερεοτυπική για την ψυχανάλυση, αποδεικνύεται συχνά πως αποτελεί αποκύημα της φαντασίας. Είτε τα όσα εξιστορούνται απηχούν την πραγματικότητα είτε και όχι, το τραυματικό περιστατικό, έστω και αν είναι ως συμβάν πραγματικό, δεν παύει να είναι φαντασιακό ως τραύμα.
Αναμφίβολα είναι η φαντασία που έχει εδώ αναλάβει τα ηνία. Ο τίτλος αυτής της συλλογής εικόνων είναι ίσως παραπλανητικός στην φαινομενική ακριβολογική απλότητα του: Bodies. Ωστόσο, όχι, δεν μιλάμε επ’ ουδενί για τέτοια σώματα “ουδέτερα”, αυτά εμψυχώνονται από τη διάθεση του φωτογράφου να δει να ανασυστήνεται μια παράσταση η οποία τον κατατρύχει, να λάβει σάρκα και οστά· υπακούοντας σε μια ακαταμάχητη ώθηση μοιάζει να επαναλαμβάνει με τα αλλεπάλληλα κλικ της μηχανής ένα εντυπωμένο βίωμα. Τα σώματα ουδέποτε στ’ αλήθεια παρουσιάζονται γυμνά, η απεικόνιση καθόλου δεν υπαγορεύεται από οποιαδήποτε βλέψη για μια σύλληψη ρεαλιστική· είναι από αυτήν περιβεβλημένα, η «λήψη» είναι μια δημιουργική ανάληψη, ο Μάνος Χρυσοβέργης «απαθανατίζοντας», αναβιώνει, αναπαράγει μιαν αδιάλειπτα παρούσα εμμονή. Και εμφανίζεται εδώ να την καθυποτάσσει, να την τιθασεύει· είναι τώρα τα “αντικείμενα” του που τίθενται στη διάθεση του, είναι εκείνα πια που, αντί να τον καθηλώνουν, απολιθώνονται στο εξεταστικό βλέμμα του, το οποίο εισδύει με αυτό οπλισμένο, διερχόμενο από το σκόπευτρο της κάμερας, χάρη στο είδωλο που σχηματίζεται, αιχμαλωτίζεται από το φακό, πίσω από τον οποίο είναι ο ίδιος οχυρωμένος, όπως αν τελούσε υπό την κάλυψη της αστραφτερής ασπίδας της Θεάς Αθηνάς.
Παρότι «ανοιχτό», μη όντας η «καταγραφή» στιγμιότυπων, περισσότερο η προβολή εικόνων στην οποία το κοινό καλείται να μετάσχει, το έργο δεν θέτει στο επίκεντρο το βλέμμα του θεατή, δεν προάγει, ανάγοντας την σε αυτοσκοπό, απλά ως προς αυτήν υπερθεματίζοντας, τη θεοποίηση του τελευταίου. Ουδόλως παραιτούμενος της μορφοποιητικής δραστηριότητας του, ο δημιουργός πλάθει εικόνες που, όπως το σώμα το οποίο σε μια εξ αυτών μοιάζει, γεννώντας μιαν οφθαλμαπάτη, τελετουργικά αποκεφαλισμένο, θα μπορούσαν να ιδωθούν ως μια αγωνιώδης προσπάθεια για μια σε συμβολικό επίπεδο, αναπαραστατική αντιστάθμιση ενός κάποιου πλήγματος που θα μπορούσε κανείς να εικάσει πως έχει υποστεί. Είναι σαν να απομακρύνει μιαν όψη που γίνεται αφόρητη όταν, με την κατάλληλη χρήση, την αξιοποίηση του φωτογραφικού πλαισίου, σε μιαν άλλη από τις φωτογραφίες αποκόπτει από το εικονιζόμενο πρόσωπο ένα βλέμμα που, κανείς φαντάζεται η ενατένιση του κατάματα, θα ‘ταν εξόχως οδυνηρή, ικανή να μεταμορφώνει σε στήλη άλατος.
Αυτά τα ακρωτηριασμένα σώματα δεν είναι τα σπασμένα αγάλματα που ανασύρονται σε μια αρχαιολογική ανασκαφή. Αντιπαραβαλλόμενο στον ισχυρισμό, ας πούμε, της Sherrie Levine, η οποία «οικοιοποιούμενη» τις φωτογραφίες του Edward Weston, θα διατράνωνε την ακλόνητη πεποίθηση της ότι είναι η πρωτοτυπία ανεπίτευκτη, η αυθεντικότητα ανύπαρκτη, το έργο του Μάνου Χρυσοβέργη, παρότι μπορεί, αναντίρρητα, σε αυτό κανείς να αναζητήσει και να εντοπίσει ποικίλες ασκούμενες επιρροές, ενδεχομένως πληθώρα τέτοιων, δεν αποτελεί ένα άθροισμα αναφορών, ένα σύνολο «σημείων». Αλλά αυτά τα τσακισμένα σώματα είναι τα ευρήματα που έρχονται στο φώς, αποτελώντας μαρτυρία της, ξετυλίγοντας την αφήγηση μιας προϊστορίας καθ’ όλα προσωπικής. Τέτοιαν αφήγηση ελλειπτική, συναποτελώντας μια χαρτογράφηση ατελή, κερματισμένη. Έρχονται στο φώς. Καλύτερα, στο ημίφως, οι μορφές εκτίθενται σε τέτοιο αμυδρό, έτσι υποδηλώνουν πως το παρελθόν που εκπροσωπούν –σκιαγραφούν, με φωτοσκιάσεις ιδιαίτερα έντονες–, όντας τέτοιο απωθημένο, καταχωνιασμένο, περιβαλλόμενο από μια ατμόσφαιρα ζοφερή, απέχει παρασάγγας του να έχει διαυγαστεί. Και, επομένως, μένει να στοιχειώνει, εξ ου οι φιγούρες πότε πότε φέρνουν στο νου φαντάσματα, να συντηρείται σαν ταριχευμένο πτώμα – ο τίτλος της συλλογής, προτιμημένος εξ αρχής να ‘ναι στα αγγλικά, έχοντας έτσι διττή σημασία, θα μπορούσε επίσης να αναφέρεται σε σορούς παραμένουσες άταφες, ελλείψει της διενέργειας του απαιτούμενου πένθους.
Δεν θα συναντήσουμε εδώ την αναζήτηση του κάλους, αυτού του αρχαιοελληνικού, το οποίο τα αγάλματα της κλασσικής αρχαιότητας πρεσβεύουν, ή άλλου. Ο Μάνος Χρυσοβέργης μπορεί να ειπωθεί ότι αναζητεί την πληρότητα διαμέσου της έλλειψης, αποβλέπει στην ολοκλήρωση διαμέσου της καταφυγής σε αυτήν, της ανάδειξης, του υπερτονισμού της ατέλειας· η παράθεση, η επιχειρούμενη συγκρότηση μιας ενότητας μέσω της σύστασης μιας διαλεγόμενης αλληλουχίας εικόνων ατελών, ίσως υποκρύπτει την ασυναίσθητη επιδίωξη της αποκατάστασης, της ψευδαισθησιακής συντήρησης, δια μέσου αυτού που εκ πρώτης φαίνεται να συνιστά ομολογία, παραδοχή του ανεπίτευκτου αυτής, συμφιλίωση με τη ματαίωσης της, μιας πρωταρχικής ενότητας, μιας αρμονίας, μιας πληρότητας βιαίως, αμετάκλητα, ανεπίστρεπτα διαψευσμένης.
Ο κόκκος στις εικόνες, οι εξόχως έντονες, σκληρές, “εξπρεσιονιστικές” τονικές αντιθέσεις, μια κάποια παρουσιαζόμενη εδώ κι εκεί απουσία διαύγειας, οι μορφές που δείχνουν φευγαλέες, είναι σαν να εκπροσωπούν, να αποτελούν μεταφορά, να σχολιάζουν τα ασαφή, συγκεχυμένα περιγράμματα, η ρευστότητα των φιγούρων αυτήν τη διάχυτη σύγχρονη ρευστοποίηση τον ταυτοτήτων –ταυτοτήτων παντός είδους, ταυτότητα των φύλων, αν το θέλετε, μεταξύ άλλων, είναι συχνά ασαφές αν τα σώματα στις φωτογραφίες ανήκουν σε άνδρες ή γυναίκες–, την υφιστάμενη απορρύθμιση του υποκειμένου· την προελαύνουσα του αποσταθεροποίηση, το σταδιακό σβήσιμο, το θόλωμα, την διαφαινόμενη τελειωτική εξαφάνιση, την επερχόμενη εξαΰλωση του εαυτού. Επειδή, σε πείσμα του σύγχρονου ναρκισσισμού, δεν αρκεί η ηδυπαθής, περιπαθής ενατένιση ενός ακκιζόμενου ειδώλου, η παράδοση στην αυτογοητεία εγκυμονεί τον κίνδυνο της οριστικής απορρόφησης στην κατοπτρική επιφάνεια των υδάτων, της αυτοεξαφάνισης. Παρίσταται η επιτακτική ανάγκη για την μεσολάβηση του βλέμματος του άλλου, το καθρέφτισμα σε αυτό του εαυτού, ενός βλέμματος που εδώ ακινητοποιεί, πετρώνει, αλλά με τρόπο ευεργετικό, προκειμένου να εξασφαλισθεί η στερεοποίηση μιας εικόνας ειδάλλως εφήμερης, ευάλωτης, καταδικασμένης να αφανισθεί –όπως περίπου η λανθάνουσα εικόνα διασώζεται στο σκοτεινό θάλαμο χάρη στα φωτογραφικά υγρά, το διάλειμμα της στερέωσης. Ο άλλος αποκαλύπτει μια ακριβοθώρητη θέα, διαφορετικά απροσπέλαστη, γινόμενος παράθυρο στο χάος που είναι ο εαυτός. Στο αριστερό φύλλο του παραθύρου όπως κοιτάμε, σε μια από της εικόνες διαγράφεται μια λεπτομέρεια. Το είδωλο του φωτογράφου περιγράφεται, αυτός αντανακλάται χάρη σε ένα παιχνίδι τους φωτός και τον βλέπουμε να κρύβεται, σκυμμένος, προφυλαγμένος από την κάμερα του. Με μια κάποια δόση αυθαιρεσίας, και ας μας συγχωρεθεί, συμπεραίνουμε πως ένα διακριτικό αυτοπορτρέτο ήταν αυτό στο οποίο εξ αρχής απέβλεπε.
Χρώμα οφθαλμών:
σημείο οράσεως
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)









0 Κλεισίματα του ματιού:
Δημοσίευση σχολίου